Παρουσίαση του: Ἁλιάκμονος ροῦς

Τηλεφωνική συνέντευξη με την κ. Χρύσα Σαπαλίδου, της ΕΡΤ Φλώρινας, για την παρουσίαση του ηλεκτρονικού περιοδικού της Ε.ΔΥΜ.ΜΕ Ἁλιάκμονος ροῦς.

Εδώ το ηχητικό απόσπασμα

Advertisements
Βίντεο | Posted on by | Σχολιάστε

Ευγένιος Βούλγαρις: Ο homo universalis του Νέου Ελληνισμού

Η ομιλία μου στην ημερίδα. Βλ. Pemptousia

Posted in Γλωσσολογικά | Σχολιάστε

Τα Μουκριώτκα: γλωσσικές εικόνες του Μόκρου-Λιβαδερού Κοζάνης, της Έφης Νίκου-Γιωλτζόγλου

Σάββατο 26 Μαρτίου 2016, Αίθουσα Λαογραφικού Μουσείου Κοζάνης

 

Μουκριώτκα1

Θα ήθελα να δηλώσω καταρχάς ότι είμαι ιδιαιτέρως ευτυχής σήμερα, που έχω την ευκαιρία να παρουσιάσω το βιβλίο της κ. Έφης Νίκου-Γιωλτζόγλου «Τα Μουκριώτκα», με τον διαφωτιστικό υπότιτλο: «γλωσσικές εικόνες του Μόκρου-Λιβαδερού Κοζάνης». Δεν είναι σχήμα καθ’ υπερβολήν. Εξηγούμαι: έχω πολλές φορές τονίσει ότι για μένα η παρουσίαση ενός βιβλίου δεν είναι μόνο μια πανηγυρική εκδήλωση ―είναι και τέτοια· δεν είναι μόνο μια εκδήλωση τιμής στον άνθρωπο που, αντί να επιλέξει τη ραστώνη του καφενείου ή του καναπέ, αποφάσισε να εκθέσει τον εαυτό του στη συνήθως εύκολη κριτική των άλλων ―πώς θα μπορούσε να μην είναι; Μια παρουσίαση βιβλίου είναι κυρίως μια ευκαιρία να μάθουμε όλοι κάτι περισσότερο από αυτό που ξέραμε, πριν πάμε στην εκδήλωση αυτή. Με την έννοια αυτή είναι ένα σεμινάριο, ένα μάθημα ―όπως θέλετε πείτε το.

Θα ξεκινήσω με δυο-τρεις εικόνες, που θέλω να τις μοιραστώ μαζί σας, και μετά θα σας πω τον προσωπικό επιστημονικό μου πόνο…

Μουκριώτκα2

Είναι ο Γλωσσικός Άτλας της Κρήτης, του Ν.Γ. Κονστοσόπουλου, ένα βιβλίο που έχει 172 χάρτες της Κρήτης, σαν αυτόν που βλέπετε αμέσως πιο κάτω. Σε κάθε χάρτη υπάρχουν 163 κουκκίδες, που αντιστοιχούν σε ισάριθμες γλωσσικές κοινότητες του νησιού. Κάθε χάρτης απεικονίζει μια λέξη ή φράση και τις διάφορες εκδοχές με τις οποίες απαντούν στις 163 αυτές γλωσσικές κοινότητες της Κρήτης. Να ένα παράδειγμα:

Μουκριώτκα3.jpg

Η μισή Κρήτη λέει την κό(τ)τα όρνιθα και η άλλη μισή όρθα. Μία μόνο κουκκίδα (η 106) τη λέει πούλλα. Μου κίνησε την περιέργεια αυτή η μοναδικότητα. Πάω να δω ποια είναι η κουκκίδα 106 και βλέπω ότι είναι η Νέα Αλικαρνασσός, που σημαίνει ότι οι κάτοικοί της (οι Μπουντρουμιανοί) είναι πρόσφυγες από τη μικρασιατική Αλικαρνασσό (σημερινό τουρκικό όνομα Bodrum), άρα μιλούν ένα δωδεκανησιακού τύπου ιδίωμα και είναι «σαν τη μύγα μες στο γάλα» ανάμεσα στους Κρητικούς. Δεν είναι εντυπωσιακό το εύρημα; Πώς θα πιστοποιούνταν καλύτερα η μετακίνηση ενός πληθυσμού και η διαφοροποίησή του από τους σύνοικους πληθυσμούς;

Κι επειδή είμαι από αυτούς που αντιμάχονται τον εντελώς ανιστόρητο και εξωπραγματικό ισχυρισμό περί μιας, ενιαίας και ομοιογενούς γλώσσας ―εν προκειμένω της ελληνικής, δείτε πώς λένε στην Κρήτη, έναν σχετικά μικρό γεωγραφικό χώρο και μάλιστα νησιωτικό ―που σημαίνει ότι δεν έχει εύκολες τις γύρω επιδράσεις, δείτε λοιπόν πώς λένε το: καθαρίζει ο ουρανός (από τα σύννεφα):

Μουκριώτκα4.jpg

Ούτε μία, ούτε δυο, αλλά 19 διαφορετικές λέξεις(!). Δεν είναι εκπληκτικό και θαυμαστό αυτό το μωσαϊκό λέξεων: ksekufoni, ksekadilizi, kalonizi, ksesterjazi, espase, eksekopse, eksekaline, ekalumare, κ.λπ;

Και για τη φράση: Πήρε το παιδί στην πλάτη, αυτό που εμείς θα λέγαμε γκαλγκούτσι, οι Κρητικοί επινόησαν ούτε λίγο ούτε πολύ 26 φωνητικές ή λεξιλογικές παραλλαγές:

Μουκριώτκα5.jpg

Δεν είναι «κρίμα κι άδικο» να θέλει κανείς να εξαφανίσει αυτή την υπέροχη πολυχρωμία και να επιβάλει μιαν άχαρη και άχρωμη ομοιομορφία; Αυτά τα καταθέτω ως τροφή για σκέψη για την ώρα και θα επανέλθω.

Να, λοιπόν, γιατί δήλωσα χαρούμενος για την αποψινή μας συνάντηση· γιατί μια τέτοια ενδιαφέρουσα γλωσσικά περιοχή, στην οποία ασφαλώς ανήκει και το Λιβαδερό, το Μόκρο, είναι και η δική μας περιοχή Κοζάνης-Γρεβενών, καθώς

α) βρίσκεται στο όριο ανάμεσα στα συμπαγή νεοελληνικά ιδιώματα και σε «γλωσσικές μεταβατικές περιοχές” (= μια περιοχή στα όρια μετάβασης από μια γλωσσική ομάδα σε μιαν άλλη αλλόγλωσση). Στην περίπτωσή μας η πιο σημαντική γλωσσική μεταβατική περιοχή είναι αυτή που φτάνει μέχρι τα Σκόπια, ένθεν και ένθεν της οποίας υπάρχουν αμιγείς περιοχές, ελληνόφωνη και σλαβόφωνη, ενώ στο εσωτερικό της, σε γειτονία και διάσπαρτες, απαντώνται ετερόκλητες γλωσσικές ομάδες: ελληνόφωνες, σλαβόφωνες, βλαχόφωνες και αλβανόφωνες, με επικρατέστερες στον νότο τις ελληνόφωνες και στον βορρά τις σλαβόφωνες.

β. στο εσωτερικό της περιοχής Kοζάνης-Γρεβενών απαντώνται μικρές αλλά δυναμικές δίγλωσσες ομάδες: βλαχόφωνοι, τουρκόφωνοι και σλαβόφωνοι

ι) οι Βλαχόφωνοι ―η πολυπληθέστερη ομάδα, σε αμιγείς οικισμούς στα ορεινά χωριά των Γρεβενών (Σαμαρίνα, Σμίξη, Aβδέλλα, Περιβόλι) καθώς και σε όλα τα αστικά κέντρα της περιοχής (Κοζάνη, Γρεβενά, Tσοτίλι, Σιάτιστα, Bλάστη, κ.λπ.).

ιι) οι Τουρκόφωνοι, πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, ο κύριος όγκος των οποίων βρίσκεται κυρίως μεταξύ Kοζάνης και Σερβίων, π.χ. Βαθύλακκος, και σε χωριά των Γρεβενών, π.χ. Δοξαράς.

ιιι) οι Σλαβόφωνοι, γηγενείς πληθυσμοί, σε αμιγή ή/και μεικτά χωριά κυρίως στην επαρχία Εορδαίας, π.χ. Κόμανος, Ερμακιά, Εμπόριο, Φούφας κ.λπ.

γ. το τρίτο γλωσσικό χαρακτηριστικό της περιοχής είναι η ύπαρξη αρκετών διαλεκτόφωνων ομάδων, το μεγαλύτερο ποσοστό των οποίων μιλάει ένα βόρειο νεοελληνικό ιδίωμα. Τρία είναι τα βασικά γλωσσικά ιδιώματα της περιοχής: της Σιάτιστας, της Κοζάνης και του Βελβενδού, ενώ τα άλλα, παρόμοια με μεγαλύτερη γειτνίαση προς κάποια από τα τρία βασικά, είναι: του Τσιαρτσιαμπά, των Σερβίων, του Άνω Βοΐου, της Βλάστης και των Καμβουνίων. Όμως η περιοχή αυτή αποτέλεσε και έναν από τους σημαντικότερους προορισμούς προσφύγων από Μ. Ασία. Έτσι υπάρχουν παντού διάσπαρτες διαλεκτόφωνες ομάδες, όπως:

  • Πόντιοι: κατανεμημένοι σε αμιγή ή/και μεικτά χωριά σε όλη την περιοχή Kοζάνης-Γρεβενών,
  • Θρακιώτες και Μικρασιάτες, οι οποίοι συνήθως συνοικούν με τους Πόντιους,
  • Καππαδόκες, στην περιοχή Γρεβενών (π.χ. Δοξαράς, αμιγές) και διάσπαρτοι σε άλλες περιοχές, π.χ. Βαθύλακκος, Πετρανά) και
  • τέλος, ομιλητές της τσακωνικής διαλέκτου σε χωριά της περιοχής Σερβίων, πρόσφυγες από τσακωνόφωνες εγκαταστάσεις της Προποντίδας.

Αυτό το πολύχρωμο μωσαϊκό γλωσσών, διαλέκτων και ιδιωμάτων δε συνιστά κανενός είδους Βαβέλ. Αντίθετα· όλο αυτό το πολυποίκιλο γλωσσικό υλικό πλουτίζει την εκφραστικότητα της νεοελληνικής γλώσσας (μας), η οποία (είτε ως κοινή είτε ιδιωματικά) αποτελεί τον συνεκτικό κρίκο όλου αυτού του πληθυσμού ―άλλωστε και οι δίγλωσσοι είναι κυρίως πρώτα ελληνόφωνοι. Αυτή η πραγματικότητα περιμένουμε να απεικονίζεται και στο υλικό που έχουμε σήμερα μπροστά μας. Και πράγματι αυτό συμβαίνει και φαίνεται ήδη στο παλιό όνομα του χωριού: Μόκρο, σλαβικής προέλευσης, με σημασία «υγρός τόπος», πράγμα που λήφθηκε ασφαλώς υπόψη κατά τη μετονομασία του σε Λιβαδερό (ένα λιβάδι δε μπορεί παρά να βρίσκεται σε τόπο που κρατάει υγρασία).

Σε κάθε παρουσίαση βιβλίου που κάνω φροντίζω να δω τις προθέσεις του συγγραφέα του, άλλοτε ρητά διακηρυγμένες κι άλλοτε λανθάνουσες αλλά σίγουρα εύκολο να τις αναγνωρίσει κανείς, αν εντρυφήσει προσεκτικά και με σεβασμό στο κείμενο. Κι έτσι πάντα κρίνω την ποιότητα ενός βιβλίου· με κριτήριο τις προθέσεις του συγγραφέα κι όχι με το τι θα περίμενα εγώ ή κάποιοι άλλοι απ’ αυτό. Η συγγραφέας μας, λοιπόν, η κ. Νίκου, μας λέει ήδη στον πρόλογό της ότι με το βιβλίο αυτό συμπληρώνονται σαράντα χρόνια ενασχόλησής της με τα πολιτιστικά πράγματα του χωριού της με πρόθεση να τα καταγράψει, για να τα διασώσει απ’ τη φθορά της λήθης και του εκσυγχρονισμένου τρόπου ζωής. Απόλυτα σεβαστή η επιλογή της στάσης: η γλώσσα για τη συγγραφέα συνιστά «πολιτιστικό στοιχείο»· κι έτσι τη βλέπει. Αν, επομένως, εγώ η κάποιος άλλος ομότεχνός μου συμφωνούμε ή όχι με τις γλωσσολογικές της ερμηνείες, αυτό αφορά εμάς και όχι εκείνην. Δική μας δουλειά είναι μέσα σε όλα αυτά τα «πολιτιστικά στοιχεία» του βιβλίου να βρούμε εκείνα που επιβεβαιώνουν ή διαφοροποιούν τις δικές μας μέχρι τώρα γνώσεις για τη συνολική αυτή γλωσσική περιοχή Κοζάνης-Γρεβενών, που σας περιέγραψα πριν λίγο. Κι εδώ συμφωνώ απόλυτα με τη συγγραφέα, η οποία δηλώνει: «Την αξία της εργασίας αυτής από επιστημονική άποψη, γλωσσολογική, ιστορική, κοινωνική κ.λπ., μπορούν να την αποτιμήσουν οι ειδικοί. Για μένα η αξία της είναι εφάμιλλη ενός πολύτιμου κειμήλιου των προγόνων μου, που σταδιακά μου αποκαλύφτηκε, καθώς επί χρόνια ερευνούσα τις ποικίλες πλευρές του βίου τους».

Έτσι βλέπω κι εγώ κάθε προσπάθεια σαν αυτήν που παρουσιάζουμε σήμερα: ο κάθε ερευνητής έχει στόχο να «φωτογραφήσει» το δικό του ιδίωμα, να καταγράψει ό,τι βλέπει, ακούει ή ξέρει για το δικό του χωριό, που γι’ αυτόν αποτελεί τον «ομφαλό της γης». Αυτό για κάποιους μπορεί να έχει περιορισμένη αξία: όσο μικρότερο το χωριό, τόσο μικρότερη και η αξία του. Δεν είναι έτσι· ο ερευνητής αυτός, χωρίς ο ίδιος να το καταλαβαίνει ή να είναι στις προθέσεις του, είναι ένας σημαντικός ―ίσως και μοναδικός, αν κανείς άλλος χωριανός του ή μη δεν κάνει κάτι ανάλογο― κρίκος μιας τεράστιας αλυσίδας, που, αν δεν έλειπαν κάποιοι κρίκοι (που δυστυχώς είναι πολλοί), θα μας έδιναν την εικόνα μιας ολόκληρης περιοχής (του νομού Κοζάνης, ας πούμε), μιας ευρύτερης περιοχής (της Δυτικής Μακεδονίας, για παράδειγμα) ή και όλης της χώρας (της Ελλάδας στην περίπτωσή μας). Σκεφτείτε πόσο πολύτιμο θα ήταν να είχαμε, για παράδειγμα, έναν χάρτη ολόκληρης της Ελλάδας, όπου θα απεικονίζονταν αντιπροσωπευτικές λέξεις και φράσεις από όλους αυτούς τους τόπους που είναι τόσο όμοιοι μεταξύ τους, αφού είναι όλοι ελληνόφωνοι, αλλά και τόσο διαφορετικοί, αφού θα διαπιστώναμε ότι υπάρχουν καμιά δεκαριά τουλάχιστον λέξεις μόνο για την κότα, όπως είδαμε πιο πάνω για την Κρήτη. Πόσο πιο καθαρή και πλούσια εικόνα για τη γλώσσα μας στο σύνολό της θα είχαμε και πόσοι εθνικοί ή αστικοί μύθοι για την μία και ενιαία γλώσσα (άρα φτωχή και πετσοκομμένη, θα έλεγα εγώ) θα κατέρρεαν μπροστά στην πραγματικότητα αυτή, για να δούμε με καθαρό μάτι και χωρίς προκατασκευασμένες απόψεις πώς στη γλώσσα μας αντανακλάται όλη η ιστορία και όλος ο πολιτισμός μας.

Γι’ αυτό ζηλεύω τους Κρητικούς, που είχαν έναν Κοντοσόπουλο, ο οποίος τους έδωσε αυτόν τον Γλωσσικό Άτλαντα, και λυπάμαι που δεν έχουμε κι εμείς στον τόπο μας κάτι αντίστοιχο. Ευτυχώς, όμως, έχουμε μικρές ψηφίδες, σαν το βιβλίο που σήμερα παρουσιάζουμε, που συμπληρώνουν αυτό το πολύχρωμο γλωσσικό μωσαϊκό του τόπου μας. Όσοι περισσότεροι προστεθούν, τόσο το καλύτερο.

Θα συμφωνήσω με τη συγγραφέα σε κάτι ακόμη που λέει στον πρόλογό της. Όλα τα πολιτιστικά στοιχεία που έχει συγκεντρώσει στην πολύχρονη αυτή προσπάθειά της δεν προσφέρουν ευκαιρίες για πλουτισμό, κύρος, δύναμη κι αναγνωρισιμότητα. Στο δικό της όμως αξιακό σύστημα συνιστούν ψυχικά και πνευματικά μαργαριτάρια, τα οποία συγκέντρωσε υποδυόμενη τον ρόλο μιας ιδιότυπης ρακοσυλλέκτριας αναζητώντας τα κομμάτια της ψυχής της. Θα διαφωνήσω όμως μαζί της ότι αυτά τα μαργαριτάρια βρίσκονται κρυμμένα ανάμεσα στα «σύγχρονα καταναλωτικά σκουπίδια». Δε χρειάζεται τέτοια αντιπαράθεση ενός εξωραϊσμένου παρελθόντος με ένα μαύρο και δυσοίωνο μέλλον. Η ιστορία δείχνει αλλά και η ψύχραιμη αντιμετώπιση επιβάλλει να τα δούμε όλα αυτά σε μια αέναη ροή, όπου κάθε φορά κάτι νεότερο διαδέχεται το παλιό, καθώς οι συνθήκες που δημιούργησαν το παλιό έπαψαν πλέον να υπάρχουν και προέκυψαν νέες, που η γλώσσα είναι υποχρεωμένη να εκφράσει. Έτσι πορεύεται ο κόσμος, ο πολιτισμός και η ιστορία.

Ποιοι και τι κερδίζουμε, λοιπόν, από αυτό το βιβλίο;

α. πρώτα-πρώτα οι συντοπίτες της κ. Νίκου-Γιωλτζόγλου μπορούν να δουν τη λεξιλογική αυτή συλλογή σαν ένα θησαυροφυλάκιο των πολιτιστικών στοιχείων που συγκέντρωσε εκεί για λογαριασμό τους η συγγραφέας. Οι παλιότεροι θα θυμηθούν, οι νεότεροι θα παρακινηθούν να μάθουν πώς οι πρόγονοί τους είδαν τον κόσμο και τον αποτύπωσαν στο γλωσσικό τους ιδίωμα.

β. για την ιστορία της ελληνικής γλώσσας η συμβολή αυτή είναι σημαντική, καθώς καταγράφεται και διασώζεται ―έστω και μουσειακά― ένα γλωσσικό υλικό για μεταγενέστερη και μετα-ερευνητική αξιοποίηση από όποιον θελήσει να το κάνει. Οι ειδικοί επιστήμονες θα βρούμε εδώ στοιχεία μέσα από τα οποία επιβεβαιώνονται όλες οι γλωσσικές παρατηρήσεις που είχαμε κάνει με τη μελέτη άλλων ιδιωμάτων και τις είχαμε ―κάπως αυθαίρετα― γενικεύσει. Το υλικό αυτό έρχεται να συνηγορήσει ότι το γλωσσικό ιδίωμα του Λιβαδερού (αναφέρω εντελώς ενδεικτικά, για να μη σας κουράζω):

  • όπως όλα τα γλωσσικά ιδιώματα Γρεβενών και Κοζάνης, είναι βόρειο ιδίωμα με κύρια φωνητικά γνωρίσματα την τροπή των άτονων φωνηέντων e και ο σε i και u και την αποβολή των άτονων φωνηέντων i και u, π.χ. ξιβουτανίζου, κουμπουδένου, ψχη, βνι (= βουνό).
  • το σύμφωνο που απομένει μετά την έκπτωση του i διατηρεί τα ίχνη τής άλλοτε συνεκφοράς του μαζί με το i, π.χ. γαϊτάνι, παραστάθι.
  • παρατηρούνται φαινόμενα αφομοίωσης ή ανομοίωσης για τη δημιουργία πιο ευπρόφερτου συμπλέγματος, π.χ. ρίθκα < ρίχτηκα, ανέφκα < ανέβηκα κ.λπ.
  • παρατηρείται σε αρκετές λέξεις το φαινόμενο της πρόθεσης ενός α-, π.χ. αδίμτου < το αρχαιοελληνικό δίμιτος (= ύφασμα με δύο μίτους), αγρηπίδα < το αρχαιοελληνικό κρηπίς (= η βάση της στέγης με πέτρινες πλάκες που προεξέχουν, για να φεύγουν τα νερά). Οι δυο αυτές λέξεις αποτελούν αρχαϊσμούς, λέξεις δηλ. της αρχαίας ελληνικής που σώζονται στα ιδιώματα αλλά όχι στην κοινή νεοελληνική.
  • τα συμφωνικά συμπλέγματα μπ, ντ, γκ (γγ) προφέρονται συνοδευόμενα από έρρινο σύμφωνο ως mb, nd, ng αντίστοιχα, π.χ. αμπέλι [ambeli], αντάρα [andara], φιγγάρι [fingari].
  • τον λεξιλογικό πλούτο του γλωσσικού ιδιώματος του Λιβαδερού συνθέτουν οι εξής βασικές κατηγορίες λέξεων:
    • αρχαιοελληνικά και μεσαιωνικά γλωσσικά στοιχεία, ξαναθυμίζω το αδίμτου και την αγρηπίδα,
    • διαβαλκανικές λέξεις, όπως η γκλαμπάτσα (= ζωονόσος), το λάιους (= μαύρος) και το σιούτους (= χωρίς κέρατα),
    • λέξεις τουρκικής προέλευσης, όπως ο γκαντάρας (= άπονος, απάνθρωπος), το ιλιάτσι (= γιατροσόφι) και το κουρσούμι (= το βόλι).
    • λέξεις σλαβικές, όπως η βέμπιλι (= ιλαρά), η βιρβιρίτσα (= σκίουρος) και ο γκόλιαβους (= γυμνός)
    • λέξεις αλβανικές, όπως η γκουρτσιά (= άγρια αχλαδιά) και το καλαμπούκι, και η μπουμπότα (πίτα από καλαμποκάλευρο), και τέλος
    • αρκετές βλάχικες λέξεις, όπως άμπουρους (= ατμός), βαλμάς (= βοσκός αλόγων και μουλαριών), κουτάρι (= φραγμένος εσωτερικός χώρος της καλύβας, όπου έδεναν την προβατίνα, για να θηλάσει το αρνάκι).

γ. στο κάθε βιβλίο ο συγγραφέας του βάζει ένα κομμάτι από τον εαυτό του ή ―για να το πω αλλιώς― όσο κι αν θέλει, δεν μπορεί να τον κρύψει. Στο οπισθόφυλλο η συνάδελφος Έφη Νίκου-Γιωλτζόγλου δηλώνει ότι: «είναι φιλόλογος κι ασχολείται με θέματα λαογραφίας και πολιτισμού». Έχει κάνει αντίστοιχες δημοσιεύσεις παλιότερα. Αυτό δεν είναι μια απλή αναφορά· είναι μια δήλωση της ματιάς μέσα από την οποία βλέπει τα πράγματα και τον κόσμο γύρω της. Κι αυτό δεν μπορεί παρά να απεικονίζεται στον τρόπο με τον οποίο συλλέγει, επεξεργάζεται και παρουσιάζει το υλικό της. Η λαογραφική αυτή ματιά είναι διάχυτη στα λήμματα του βιβλίου. Ένας μικρός τυχαίος ερανισμός:

  • στο λήμμα αλυχτώ διαβάζουμε ότι εκτός από «γαβγίζω» σημαίνει και «ξορκίζω, π.χ. αλυχτώ του κθαράκι» (= ερέθισμα ή σπυράκι στο μάτι),
  • στο λήμμα αλγόμυγα διαβάζουμε ότι θεωρούνταν καλός οιωνός, δήλωνε άφιξη επισκέπτη,
  • στο λήμμα πατώ μια από τις τέσσερις σημασίες: μι πατάει του ίσκιουμα, δηλ. βγάζω μελανά σημάδια στο σώμα από κάποιο ξωτικό.

Κύριες και κύριοι,

Η έρευνα των γλωσσικών ιδιωμάτων συμβάλλει αποφασιστικά στη συνολική μελέτη της (ελληνικής) γλώσσας σε όλη της τη γεωγραφική και ιστορική διάσταση. Τα τοπικά ιδιώματα διασώζουν αισθητικά και εκφραστικά αριστουργήματα, πολλά από τα οποία δε διασώθηκαν στην κοινή μορφή της γλώσσας μας, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στον εμπλουτισμό της. Με τον συνήθως συντηρητικό τους χαρακτήρα εξάλλου φωτίζουν πολλές πλευρές της κοινωνικής και πολιτιστικής δομής και διάρθρωσης των τοπικών κοινωνιών σε μια δεδομένη χρονική περίοδο.

Η διαφαινόμενη ως βέβαιη πλέον συρρίκνωση και εξαφάνιση των διαλέκτων θα έχει ως αποτέλεσμα και την απώλεια πολλών εκφραστικών μέσων αλλά και της ίδιας της διαφορετικότητας αυτού του τύπου, η οποία θα παραχωρήσει τη θέση της σε μιαν άχαρη ομοιογένεια. Μια πραγματικότητα, την οποία δεν μπορούμε να ανατρέψουμε αλλά που δεν πρέπει να μας αφήσει ασυγκίνητους.

Το βιβλίο Τα Μουκριώτκα: γλωσσικές εικόνες του Μόκρου-Λιβαδερού Κοζάνης της κ. Έφης Νίκου-Γιωλτζόγλου συνιστά μια πράξη αντίστασης στη συρρίκνωση και εξαφάνιση των διαλέκτων. Την ευχαριστούμε θερμά γι’ αυτό.

Και εγώ σας ευχαριστώ που με ακούσατε

Posted in Βιβλιοπαρουσιάσεις, Uncategorized | Σχολιάστε

Οι Τρεις Ιεράρχες ως παράδειγμα προς μίμηση

Γιορτή των Τριών Ιεραρχών

Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας

Φλώρινα 27 Ιανουαρίου 2016

Αισθάνεται αμήχανος κανείς, όταν καλείται μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας να αναφερθεί διεξοδικά σε τρεις πολύπλευρες προσωπικότητες, όπως ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

Κι αυτό γιατί δεν υπήρξαν μόνο πολύ σπουδαγμένοι κι οι τρεις τους ― σχεδόν πανεπιστήμονες για την εποχή τους―, μα και άριστοι Ποιμένες και Διδάσκαλοι, καθώς και άνθρωποι με πολυσχιδή δραστηριότητα μέσα στην κοινωνία που ζούσαν. Για τον λόγο αυτό, χωρίς να παραγνωρίζω τη σπουδαιότητα των άλλων τους αρετών, θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τρεις μόνο πλευρές της προσωπικότητάς τους: τη βαθιά ελληνική τους μόρφωση, την παρρησία τους απέναντι στην κοσμική εξουσία και την παρουσία τους μέσα στην κοινωνία.

Oι δυο Καππαδόκες, ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, πήραν μια θαυμάσια αγωγή στις καλύτερες ρητορικές σχολές των Αθηνών και της Αλεξάνδρειας. Γνώριζαν πολύ καλά την κλασική φιλολογία αντιπροσωπεύοντας τη γνωστή ως «νεο-Αλεξανδρινή» κίνηση, η οποία χρησιμοποιούσε τα προϊόντα της φιλοσοφικής σκέψης χωρίς να απορρίπτει την παράδοση της εκκλησίας. Εκτός από τα πλούσια θεολογικά τους έργα, τα οποία υποστηρίζουν την Ορθοδοξία στον αγώνα της εναντίον του Αρειανισμού, χωρίς όμως τη δραματική ένταση που χαρακτήριζε τους αγώνες του Μεγάλου Αθανασίου, άφησαν και μια πλούσια συλλογή λόγων και επιστολών, που αποτελεί μια από τις πιο πλούσιες πηγές αυτής της περιόδου.

Πήραν ως δεδομένα τα αξιώματα της εκλεκτικής φιλοσοφίας με την οποία είχαν ανατραφεί και την οποία θεωρούσαν ωφέλιμη διανοητική τροφή για όλους τους μορφωμένους ανθρώπους. Εξυμνούσαν συμβατικά τον Πλάτωνα λέγοντας πως «η γλώσσα του είναι πιο γλυκιά από το μέλι» κι απ’ την άλλη αρνήθηκαν συνειδητά να δουν τον Θεό ως μια «φθονερή ιουδαϊκή θεότητα».

Η διδασκαλία τους δανείστηκε πολλά από τον νεοπλατωνισμό του πρώτου και δεύτερου μεταχριστιανικού αιώνα, ενώ παράλληλα ένα μεγάλο μέρος της φρασεολογίας τους είναι επηρεασμένο από τους στωικούς. Οι δυο Καππαδόκες ποτέ δεν αμφισβήτησαν τις εκπαιδευτικές αυτές αξίες των νεανικών τους χρόνων. 0 Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει σε ένα του λόγο «Οι μυαλωμένοι άνθρωποι ξέρουν ότι το πρώτο ανάμεσα στα ανθρώπινα αγαθά είναι η παιδεία, και όχι μόνο η θρησκευτική αλλά και η κοσμική παιδεία, γιατί είμαστε επίσης Αττικοί».

Ο Μέγας Βασίλειος εξάλλου υποστηρίζει στον λόγο του προς τους νέους για την αξία της κλασικής παιδείας: «Τι άλλο είναι ο Όμηρος παρά υμνητής της αρετής;»

Και οι δυο τους πάντως απέδειξαν στους χριστιανούς συγχρόνους τους ότι ήταν δυνατό «να κόψεις το τριαντάφυλλο αποφεύγοντας το αγκάθι».

Μια γενιά νεότερος από τους Καππαδόκες, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος προέρχεται από διαφορετικό κοινωνικό περιβάλλον. Οι γονείς του Βασιλείου και του Γρηγορίου μοιάζει πως εκπροσωπούσαν τη μεγαλοαστική τάξη των επαρχιακών πόλεων, που για πολλά χρόνια είχε εγγυηθεί την ασφάλεια και την πολιτική δύναμη του ελληνισμού της Μικράς Ασίας. Ο Ιωάννης, αντίθετα, ως γιος ενός στρατιωτικού διοικητή της Ανατολής προερχόταν από τον κύκλο των ανώτερων αξιωματούχων που πολιτιστικά ανήκαν συνειδητά τόσο στον λατινικό, όσο και στον ελληνικό χώρο. Δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για τη φιλοσοφία και απλούστευσε τη ρητορική που είχε διδαχτεί, για να την κάνει προσιτή στους απλούς και αμόρφωτους ανθρώπους. Αν και οι κλασικοί δεν του ήταν άγνωστοι, αναζήτησε την έμπνευσή του στις Γραφές. Αναδείχτηκε ο σημαντικότερος εκκλησιαστικός ρήτορας όλων των εποχών. Τα κηρύγματά του αποτελούν λαμπρά δείγματα εκκλησιαστικής ομιλητικής καθώς συνδυάζουν την τελειότερη ρητορική τεχνική με την τολμηρότερη εικονιστική φαντασία. Είναι αττικιστής με την καλύτερη σημασία της λέξης.

Τον 4ο μεταχριστιανικό αιώνα η Εκκλησία είχε μόλις βγει από μια πολύ δύσκολη μα συνάμα ένδοξη εποχή, την εποχή των διωγμών. Από εκκλησία παράνομη και «υπό διωγμόν» γίνεται «νόμιμη» και σιγά-σιγά «επίσημη εκκλησία». Αυτή η νομιμοποίηση και επίσημοποίησή της, όμως, ενείχε τον κίνδυνο της πρόσδεσής της στο άρμα της κοσμικής εξουσίας. Μα οι Τρεις Ιεράρχες δε γνώρισαν ποτέ τι θα πει «μακαριότητα» ενός θρόνου και συμπόρευση με την κοσμική εξουσία. Είχαν το βαρύ και εξαντλητικό προνόμιο να διακονήσουν και στο κοινωνικό θυσιαστήριο και έδωσαν δείγματα εκκλησιαστικής συμπεριφοράς, καθώς πολλές φορές εναντιώθηκαν στις αρχές και εξουσίες του κόσμου τούτου με αποτελεσματικά όπλα τη βαθιά τους πίστη και την πλατιά τους μόρφωση.

Αξίζει εδώ να θυμίσουμε τη σθεναρή και άκαμπτη στάση του Μεγάλου Βασιλείου απέναντι στον απεσταλμένο του αυτοκράτορα Ουάλη Μόδεστο, όταν στις απαιτήσεις και απειλές της κοσμικής εξουσίας ο σεμνός Ιεράρχης αντέταξε το άτρομο θάρρος και το εκκλησιαστικό του φρόνημα αψηφώντας τις συνέπειες.

Από την άλλη μεριά οι κοσμικές δομές, όπως η άκαρδη εξουσία, ο πλούτος, η καλοπέραση των λίγων σε βάρος των πολλών, η κατεστημένη θεσμική αδικία ήταν για τον Χρυσόστομο τα οχυρά που έπρεπε να πέσουν, για να έρθει η εξυγίανση. Η αντίθεσή του προς τους διεφθαρμένους άρχοντες ή τους φαύλους υπηκόους ήταν καθημερινή του δραστηριότητα, γιατί είχε τη συνείδηση ότι ήταν και κοινωνικός εργάτης ταγμένος να καθαρίσει την κοινωνία με τρόπο δυναμικό. Κι όταν η αυστηρή του κριτική επέσυρε την οργή της ίδιας της διεφθαρμένης αυτοκράτειρας Ευδοξίας, ο ανυποχώρητος Ιεράρχης προτίμησε την απομάκρυνση από τον πατριαρχικό θρόνο και την εξορία παρά την υπαναχώρηση και τον συμβιβασμό.

Και οι τρεις Ποιμένες της Εκκλησίας παρουσιάστηκαν ως «προφήτες», που προτίμησαν τη δυναμική αναμέτρηση και τη σύγκρουση παρά την ησυχία του «μη θίγετε τα κακώς κείμενα».

 

Οι Τρεις Ιεράρχες υπήρξαν αναμφισβήτητα μοναχοί και αναχωρητές και έζησαν όλη τους τη ζωή λιτά και ασκητικά. Αποσύρθηκαν προσωρινά στην έρημο, όχι για να αποφύγουν τους κινδύνους και τις ευθύνες της κοσμικής ζωής, αλλά για να αυτοσυγκεντρωθούν, να προσευχηθούν και να εκτιμήσουν τις δυνάμεις τους. Ύστερα με μεγαλύτερη ορμή ξαναγύρισαν στον κόσμο, για να δώσουν το δυναμικό τους «παρών» στην πολύμοχθη και επικίνδυνη κοινωνική δράση, την οποία προτίμησαν από τη μόνωση της ερήμου ή την ησυχία του γραφείου τους. Ήξεραν καλά ότι το χριστιανικό κήρυγμα και ο ελληνικός λόγος σε καμιά περίπτωση δε συμβιβάζονται με την αδράνεια και τη στατικότητα, αλλά καλούν τους πιστούς σε πυρετώδη κίνηση και συνεχή δράση. Δεν περιορίστηκαν όμως μόνο να δείξουν με το δάχτυλο το δρόμο της αρετής, τον βάδισαν οι ίδιοι πρωτοπόροι και ύστερα κάλεσαν τους άλλους να τους ακολουθήσουν. Δίδασκαν με το έργο και τη ζωή τους, γεγονός που τους επέτρεπε να δίνουν τις κατευθυντήριες γραμμές και στα υπόλοιπα μέλη της Εκκλησίας.

Ποιος, αλήθεια, θα μπορούσε να αδιαφορήσει στην προσταγή του Μεγάλου Βασιλείου για εφαρμογή της έμπρακτης αγάπης προς τους φτωχούς αδελφούς του, όταν ήξερε ότι ο ίδιος ο Ιεράρχης μοίρασε στους φτωχούς τα υπάρχοντά του, αποποιήθηκε κάθε καλοπέραση για τον εαυτό του και μοιραζόταν την ανέχεια και τον πόνο ανάμεσα σε αρρώστους, φτωχούς και ξένους;

Ήταν δυνατό να απορρίψει κανείς τον Θεολόγο Γρηγόριο, όταν καθημερινά πιστοποιούσε τη φιλοπτωχία του και την επισφράγισε αφήνοντας με την υπέροχη διαθήκη του όλη του την περιουσία στους φτωχούς; ‘Η όταν, δείχνοντας ότι ξέρει καλά τις ανθρώπινες επιθυμίες και αδυναμίες, προτίμησε να παραιτηθεί από το πατριαρχικό αξίωμα, παρά να συντελέσει ―έστω και ακούσια― στην απώλεια του αγαθού της κοινωνικής ειρήνης;

Από την άλλη μεριά ήταν φυσικό να γίνουν πιστευτά όσα πρόσταζε το απαράμιλλο ρητορικό ταλέντο του Χρυσοστόμου, γιατί η ζωή του αποτελούσε εγγύηση για τη διδασκαλία του. Στρατευμένος στην υπηρεσία του ποιμνίου του έγινε ο πρόμαχος της δικαιοσύνης, ο επίτροπος και ο υπερασπιστής του λαού της πόλης του και αργότερα της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας. Οπλισμένος με μιαν αδιάφθορη τιμιότητα, ασχολήθηκε με τα κοινά, διοίκησε αμερόληπτα και επισφράγισε την κοινωνική του δράση με το κύρος της αγιότητάς του. Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνικής διδασκαλίας του, όπως και εκείνης του Μεγάλου Βασιλείου, ζωντανεύει από το αίσθημα της αγαθοεργίας και της προσέγγισης στον Χριστό. Η πίστη έδωσε στον Ιωάννη τη συνείδηση μιας άλλης μορφής παρουσίας: τον Χριστό να περιμένει τη λύτρωση από την πείνα και τις φυλακές, τον Χριστό να είναι παρών μέσα στον πιο ασήμαντο από τους αδελφούς του. Όλη τη διδασκαλία του τη συνόψιζε η ιδέα ότι η Ενανθρώπιση του Σωτήρα Χριστού ήταν μια πράξη αγάπης και συμπόνιας.

Ο Χριστός ήρθε, έζησε και πέθανε για τον καθένα. Η άποψη αυτή κυριαρχούσε στις ομιλίες του Χρυσοστόμου και τις έκανε εξίσου σημαντικές με τα πιο σύνθετα και αφηρημένα έργα του Μεγάλου Βασιλείου και του Γρηγορίου του Θεολόγου.

 

Σε μια εποχή που η πραγματική μόρφωση σπανίζει όλο και περισσότερο, σε μια εποχή που η παρρησία τείνει να γίνει μια άγνωστη αρετή, σε μια εποχή που χρειάζεται τα έργα μας πιο πολύ από τα λόγια μας, οι Τρεις Άγιοι Ιεράρχες και Οικουμενικοί Διδάσκαλοι μπορούν να αποτελέσουν φωτεινά παραδείγματα για τον καθένα μας.

Posted in Ομιλίες | Σχολιάστε

Εντοπισμοί

Αφιερωματική εκπομπή στη σειρά «Εντοπισμοί» του West Channel της Κοζάνης, 30 Απριλίου 2015

Posted in Προσωπικά | Σχολιάστε

Χάρη Λεοντάρη, «Δός μoι τοῦτον τὸν ξένον»: Παράλληλοι βίοι, παράλληλη ανάγνωση

Κοζάνη, 27 Μαρτίου 2015

Δε συνηθίζω να αναλαμβάνω την παρουσίαση λογοτεχνικών βιβλίων, καθώς ως γλωσσολόγος δηλώνω «τεχνοκράτης της γλώσσας» και θεωρώ ότι δεν έχω τα εργαλεία που απαιτούνται, για να προσεγγίσω ένα λογοτεχνικό κείμενο, το οποίο απαιτεί κυρίως συναισθηματική και όχι ορθολογική αντιμετώπιση. Με το βιβλίο, όμως, που παρουσιάζουμε σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Και τη διαφορά την κάνει το θέμα και η φυσιογνωμία του βιβλίου, κύριος όμως ο συγγραφέας του. Και εξηγούμαι:

Γνώρισα τον Χάρη Λεοντάρη στα 1982, όταν νέος τότε και νεο-διόριστος φιλόλογος έμπαινα σε μια μεγάλη εκπαιδευτική οικογένεια, όπου ο Χάρης, παρότι «ξένος» – Ηπειρώτης στην Κοζάνη, είχε ήδη δώσει το στίγμα της δυναμικής του παρουσίας στα εκπαιδευτικά και συνδικαλιστικά δρώμενα.

«Ξένος» κι εγώ σ’ αυτή την πόλη, ιδιότητα που την έχω ακόμα ―κι ας πέρασαν 45 χρόνια από τότε που πρωτοήρθα σ’ αυτήν, βρήκα έναν άνθρωπο που με ό,τι καταπιανόταν το έκανε με εφηβικό ζήλο και ενθουσιασμό, παρά τις απογοητεύσεις και τις ματαιώσεις ―που δεν ήταν και λίγες. Ακολουθήσαμε για κάμποσα χρόνια παράλληλη πορεία στις φιλολογικές μας αναζητήσεις, στήσαμε τον σύνδεσμο φιλολόγων με πρώτο πρόεδρο εκείνον και γραμματέα εμένα και δραστηριοποιηθήκαμε σε έναν υγιή ―όπως ίσως αφελώς πιστεύαμε τότε, αλλά σίγουρα θέλαμε να υλοποιούμε― εκπαιδευτικό συνδικαλισμό προσπαθώντας να συνδυάσουμε στόχους και επιστημονικούς αλλά και βελτιωτικούς της εργασιακής μας θέσης. Εκείνος πάντα πιο μπροστά από εμένα, εγώ διακριτικά πιο πίσω, λίγο όμως έλειψε να τον διαδεχτώ στην προεδρία της ΕΛΜΕ Κοζάνης. Ευτυχώς τη γλίτωσα…

Όταν επέστρεψε στα Γιάννενα, ανήσυχος και ανυπότακτος, συνέχισε με τον ίδιο ζήλο τη συνδικαλιστική και πολιτική του πλέον δράση, για να τις εγκαταλείψει, μάλλον αδικαίωτα, για μια αγάπη του που την υπηρετούσε πάντα με συνέπεια ―όσο μπορούσα να τον παρακολουθώ: το διάβασμα/μελέτη και το γράψιμο. Δημοσίευσε αρκετές μελέτες ιστορικού, λαογραφικού και πολιτικού περιεχομένου, στις οποίες μπορεί να διακρίνει κανείς τη διεισδυτική ματιά του στα γεγονότα και τη σοβαρή και νηφάλια ερμηνεία τους. Σε όλες του τις εργασίες μπορεί εύκολα κανείς να διαπιστώσει τα στοιχεία του χαρακτήρα του: δυναμισμός και σοβαρότητα σε μίαν αξιοζήλευτη σύνθεση. Μέχρι και την τελευταία του δουλειά, το ανά χείρας πόνημα, όπου μετά από εξαντλητική έρευνα δοκιμάζει μίαν εύστοχη, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, δημιουργική ανάπλαση της ιστορίας, της μικροϊστορίας των καθημερινών γεγονότων, στα οποία η ζωή γράφει τα πιο απίθανα σενάρια, μπροστά στα οποία ωχριά η φαντασία του ανθρώπου.

Από λογοτεχνική οπτική το έργο που παρουσιάζουμε σήμερα θα μπορούσε να θεωρηθεί ιστορικό μυθιστόρημα ή, για να είμαστε πιο δίκαιοι ―λόγω της έκτασής του, ιστορική νουβέλα, καθώς είναι ένα έργο φαντασίας, που αναφέρεται όμως σε ιστορικά πρόσωπα, όπου επιχειρείται να μεταφερθούν με ρεαλιστικές λεπτομέρειες και πιστότητα το πνεύμα, οι συμπεριφορές και οι κοινωνικές συνθήκες μιας παλιότερης ιστορικής εποχής, της περιόδου της γερμανοϊταλικής κατοχής και της εθνικής αντίστασης. Η βασική του εστίαση είναι ένα ιστορικό γεγονός, αυτό της μάχης στο χωριό του συγγραφέα, τα Μάρμαρα Ιωαννίνων, και ιδιαίτερα η ομόθυμη ταφή ενός «ξένου» που σκοτώθηκε στη συμπλοκή και εγκαταλείφθηκε στη μέση του χωριού από εχθρούς και φίλους, αλλά ευκαιριακά αναφέρεται και σε έναν ευρύτερο κύκλο γεγονότων και κοινωνικών συμβάντων της συγκεκριμένης περιόδου, τα οποία επηρέασαν τη ζωή και τη συμπεριφορά των απλών ανθρώπων ―και όχι μόνον.

Βασικό χαρακτηριστικό του ιστορικού μυθιστορήματος, το οποίο επίσης υπάρχει στο έργο που σήμερα παρουσιάζουμε, είναι ότι αποτελεί ένα λογοτεχνικό είδος στο οποίο γίνεται απόπειρα να δημιουργηθεί μια δραματική δομή μυθοπλασίας μέσα σε μια αυστηρά οριοθετούμενη ιστορική εποχή, την οποία σκιαγραφεί ο δημιουργός του μετά από διεξοδική μελέτη των γεγονότων, των τόπων και των χαρακτήρων, όπως επίσης και των ενδυμασιών, των ηθών και συνηθειών αλλά και του τρόπου ομιλίας που χρησιμοποιούσαν τα άτομα της εποχής διαδραματίζεται το έργο του.

Με τον Χάρη είχαμε πάντα παράλληλες πορείες σαφώς οριοθετημένες, οι οποίες μας επέτρεψαν να επικοινωνούμε εύκολα μεταξύ μας, αν και ο καθένας μας διατηρούσε το δικαίωμα της δικής του οπτικής στα πράγματα. Θυμάμαι σαν τώρα να συναντιόμαστε στην πλατεία της Κοζάνης κάποια περίοδο Αποκριάς και να προσπαθεί ―κρατώντας τα δυο του κορίτσια απ’ το χέρι― να μου εξηγήσει πώς τη συγκεκριμένη περίοδο προσπαθεί να μπει στο κλίμα που επικρατεί σε όλη την πόλη και να δώσει όσο γίνεται περισσότερο χώρο μέσα του στον Διόνυσο έναντι του Απόλλωνα, στο συναίσθημα έναντι του ορθολογισμού. Έτσι εξηγείται εύκολα για μένα γιατί επέλεξε να δώσει με λογοτεχνικό και με έντονο συναισθηματικό τρόπο τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο χωριό του εκείνο το φθινοπωρινό πρωινό του 1943, αντί μιας ιστορικής ορθολογικής αφήγησης, την οποία θα επέλεγα εγώ χωρίς καμιά αμφιβολία και δεύτερη σκέψη.

Για αυτόν τον λόγο εγώ θα προχωρήσω σε μια παράλληλη ανάγνωση των γεγονότων και των στοιχείων εκείνων της ιστορικής πραγματικότητας που εμένα με συντάραξαν, αφήνοντας τον αναγνώστη να απολαύσει αλλά και να συγκλονιστεί από την επιτυχή μείξη των ιστορικών γεγονότων και της μυθοπλαστικής δεινότητας του συγγραφέα σε μία μυθ-ιστορία, όπου η πραγματικότητα πολύ συχνά ξεπερνά την πιο τολμηρή φαντασία.

Ασφαλώς αγνοούσα το περιστατικό της σύγκρουσης μιας ομάδας αγωνιστών του ΕΛΑΣ με μια ομάδα αγωνιστών του ΕΔΕΣ στα Μάρμαρα, ένα χωριό λίγο έξω από τα Γιάννενα, μια σύγκρουση που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο ενός εικοσιοκτάχρονου παλικαριού, του αρχηγού της ομάδας των Ελασιτών, στην πλατεία του χωριού, στο μεσοχώρι. Έμαθα γι’ αυτό λίγο πριν το βιβλίο πάρει τον δρόμο για το τυπογραφείο, όταν ο Χάρης με αναζήτησε, για να μου κάνει την τιμή να το προλογίσω. Για να με βάλει στο κλίμα, μου διηγήθηκε με το γνωστό συμμετοχικό του πάθος όχι μόνο τα γεγονότα, τα οποία όπως διαπίστωσα συζητούνταν για αρκετά χρόνια από τους συχωριανούς του και ο καθένας έδινε τη δική του εκδοχή και ερμηνεία, αλλά και την πολύχρονη και πολύμοχθη προσπάθειά του να συγκεντρώσει στοιχεία και μαρτυρίες, που όσο περνάει ο καιρός λιγοστεύουν μαζί με τους αυτόπτες και αυτήκοους μάρτυρες που πεθαίνουν, να συναντήσει ανθρώπους σε όλα τα μέρη όπου βρέθηκαν οι πρωταγωνιστές του δράματος, να προσπαθήσει να ξεδιαλύνει πού βρίσκεται ή αλήθεια και πόσο είναι αναμεμειγμένη με τον μύθο, που συχνά συνοδεύει τέτοια γεγονότα.

Καθώς τον άκουγα να μου διηγείται τα ιστορικά γεγονότα που αποτελούν τον καμβά πάνω στον οποίο είχε υφάνει τη μυθιστορηματική του εκδοχή, έμεινα στον «ξένο», που η μοίρα τό ’φερε να ξεμείνει στο μεσοχώρι των Μαρμάρων και να ενεργοποιήσει με τον θάνατό του όλα εκείνα τα ανθρώπινα αντανακλαστικά που κι άλλες φορές έχουμε συναντήσει στη ζωή και τη λογοτεχνία: είναι το ίδιο δίλημμα που είχε να αντιμετωπίσει η Αντιγόνη, όταν έπρεπε να αποφασίσει αν θα ακολουθήσει τον θείο ή τον ανθρώπινο νόμο· περισσότερα στοιχεία ομοιότητας εύρισκα, όμως, με το θείο δράμα της Μεγάλης Παρασκευής και την απόφαση του Ιωσήφ να εκτεθεί στη ρωμαϊκή διοίκηση και στην εβραϊκή κοινωνία και να αναθέσει στον εαυτό του το χρέος της ταφής του «Ξένου», τον οποίο φαινόταν να τον έχουν εγκαταλείψει όλοι. Αυθόρμητα ήρθε στο μυαλό μου το εκπληκτικό ποίημα που ψάλλουμε στον Επιτάφιο: Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον… Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλίνῃ». Πρότεινα στον Χάρη ως τίτλο το επαναλαμβανόμενο μοτίβο/ παράκληση του Ιωσήφ στον Πιλάτο: Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον. Με τιμά που το δέχθηκε και θεωρώ ότι συνέβαλα κι εγώ στο έργο του με μια μικρή πινελιά.

Η υπόθεση του έργου και οι ήρωες του δράματος είναι βγαλμένοι από τα έγκατα της ιστορικής μας μνήμης. Εμφύλιος· ο πιο άγριος και αδυσώπητος πόλεμος που επινόησε ποτέ ο άνθρωπος, όπως πολύ παραστατικά και διεισδυτικά τον αποτύπωσε ο Θουκυδίδης στη γνωστή «Παθολογία» του εμφύλιου πολέμου. Γράφει: «…Και νόμισαν πως είχαν το δικαίωμα ν’ αλλάξουν και τη συνηθισμένη ανταπόκριση των λέξεων προς τα πράγματα, για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους. Έτσι η αστόχαστη αποκοτιά θεωρήθηκε παλικαριά γι’ αγάπη των συντρόφων, ο δισταγμός από πρόνοια για το μέλλον δειλία που προβάλλει ενάρετες δικαιολογίες, η γνωστική μετριοπάθεια ως πρόφαση ανανδρίας, και η ικανότητα να βλέπει κανείς όλες τις πλευρές μιας κατάστασης ανικανότητα να δράσει· την απότομη και βίαιη αντίδραση την πρόσθεσαν στα προτερήματα του αντρός, και η αποχή από τις ραδιουργίες λογίστηκε φαινομενικά λογική πρόφαση για ν’ αποφύγει κανείς τον κίνδυνο…

Κι ο συγγενής λογιζόταν πιο ξένος από τον κομματικό σύντροφο, επειδή ο σύντροφος ήταν πιο πρόθυμος να ριχτεί στον κίνδυνο για το κόμμα χωρίς να εξετάσει την αληθινή αιτία της πράξης του… Αιτία για όλα αυτά είναι η όρεξη ν’ αποχτήσουν δύναμη οι άνθρωποι από απληστία και φιλοδοξία, κι απ’ αυτά πηγάζει η ορμή που τους σπρώχνει, μια και μπούνε στη διαμάχη των κομμάτων… Έτσι γίνηκαν κάθε λογής διεστραμμένα εγκλήματα ανάμεσα στους Έλληνες κι αιτία τους ήταν οι εσωτερικές διενέξεις…». Διαχρονικές αλήθειες που, δυστυχώς, επιβεβαιώνονται σε κάθε εμφύλιο πόλεμο…

Κι όμως, μέσα σ’ αυτό τον ορυμαγδό των γεγονότων και των παθών ενός εμφυλίου υπάρχει χώρος για ανθρωπιά. Ένα ολόκληρο χωριό αψηφώντας τις συνέπειες «υιοθετεί» έναν «ξένο», έναν άγνωστο Ελασίτη, τον Φουρκιώτη, που η μοίρα του ήταν να σκοτωθεί στα 28 του στην πλατεία, και αναλαμβάνει συλλογικά και παραμερίζοντας πρόσκαιρα ό,τι χώριζε τους χωριανούς σε δύο αλληλο-μισούμενες παρατάξεις να τον θάψει. Η ταφή του «ξένου» είναι το κεντρικό περιστατικό γύρω από το οποίο πλέκεται όλη η μυθιστορηματική πλοκή ―άλλος ένας αναπόφευκτος συνειρμός εδώ, το γνωστό ηπειρώτικο μοιρολόγι: «Πώς τον θάφτουνε τον ξένο μες στην ξενιτιά, δίχως μάνα και πατέρα, δίχως συγγενείς; Όρε κλάψτε τον πουλιά κι αηδόνια, μοιριολογήστε τον…»

Βασικό μέλημα του συγγραφέα, που φαίνεται διάχυτο στο βιβλίο του, είναι να πλάσει ή να σκιαγραφήσει όσο γίνεται με πιο πειστικό τρόπο τους βασικότερους ήρωες του δράματος κυρίως μέσα από τη δράση τους ―με αρκετή δόση υπερβολής καμιά φορά, που όμως ταιριάζει απόλυτα στις μυθοπλαστικές του επιλογές.

Ο Νίκος είναι ένας ανήσυχος νέος της εποχής του, φιλόλογος, με σαφώς σχηματοποιημένες μέσα του τις ιδεολογικές και κοινωνικές του αναζητήσεις, που τον φέρνουν στην Αριστερά, έχει διακριθεί στον ελληνοϊταλικό πόλεμο συμμετέχοντας σε επικίνδυνες αποστολές και με τη συνθηκολόγηση περνά στην εαμική αντίσταση. Κατατάσσεται στον ΕΛΑΣ και γρήγορα, ως «Φουρκιώτης» πλέον, αρχίζει να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο· σε μια τέτοια διατεταγμένη αποστολή βρισκόταν, όταν κόπηκε το νήμα της ζωής του εκείνο το φθινοπωρινό πρωινό του ’43 στα Μάρμαρα.

Η Σμαράγδα, η δασκάλα που γνώρισε ο Νίκος στα Δολιανά, το χωριό αγαπημένου του συμπολεμιστή, έχει όλα τα προσόντα της ηρωίδας που θα ταίριαζε να ερωτευθεί τον Νίκο και να συνάψει μαζί του έναν ιδανικό δυνατό ερωτικό δεσμό, που επέτρεψε στον συγγραφέα να πλάσει μιαν ολόκληρη ερωτική νουβέλα μέσα στο έργο.

Από τους πολλούς άλλους χαρακτήρες του έργου ξεχωρίζουν:

– η θεία Νίτσα, η οποία είναι η πρώτη που επιλαμβάνεται της περιποίησης του νεκρού ξένου μπαίνοντας στον ρόλο της μάνας του: «Πιάνει τον νεκρό από το κεφάλι και με την βοήθεια του Σωτήρη και του παιδιού της, του Βασίλη, μεταφέρει τον σκοτωμένο στο φτωχικό της σπίτι. Οι κινήσεις της είναι όλο σεβασμό και ιερότητα […] δεν άντεχε να αφήσει το παλληκάρι στο δρόμο, να το σκεπάσει η νύχτα και να το αρπάξουν τα σκυλιά. Το θεωρούσε σαν τη πιο μεγάλη ασέβεια να παρατήσει τον νεκρό χωρίς την φροντίδα που ορίζουν οι κανόνες της εκκλησίας και οι αρχές της ανθρωπιάς […] έφερε και από τον γίκο ένα κελίμι και σκέπασε τον νεκρό, γιατί πίστευε ότι τη νύχτα ο νεκρός θα πρέπει να μείνει αθέατος από τον άνθρωπο…».

– ο πατέρας της θείας Νίτσας, ο δάσκαλος και πρόεδρος του χωριού, ο οποίος χωρίς χρονοτριβή, μόλις έμαθε από την κόρη του το θλιβερό μαντάτο, ανέλαβε τα της κηδείας και κάλεσε τον παπά για τα εκκλησιαστικά. Είναι χαρακτηριστικός ο διάλογος εθνικής αυτοκριτικής των δύο αρχών του χωριού:

«- Παπά, είναι θλιβερό και ανεπάντεχο αυτό που έγινε σήμερα στο χωριό. Σκότωσαν έναν λεβέντη και το χειρότερο ακόμα, τον εγκατέλειψαν στη μέση του δρόμου και έφυγαν.

– Είναι κρίμα, δάσκαλε, που ακόμα δεν έχουν καταλάβει οι συμπατριώτες πού πάει η κατάσταση. Σκοτώνονται για τους Άγγλους και για τους Γερμανούς. Αντί να μονιάσουμε και να διώξουμε τους Γερμανούς, εμείς σκεφτόμαστε σε ποιον να παραδώσουμε τη χώρα. Είναι στη μοίρα των Ελλήνων να γίνονται αδερφοφάδες και ύστερα να προσκυνάνε προστάτες και να γίνονται ζητιάνοι στις πόρτες τους.

– Έτσι γίνονταν από τα αρχαία χρόνια, το ίδιο στον καιρό της Επανάστασης και έτσι συνεχίζουμε και τώρα. Τα ξέρεις και να μη στα λέω εγώ τώρα. Ευτυχώς που μένει λίγη μαγιά και να ξαναγεννιόμαστε. Αλλιώς θα είχαμε χαθεί από τον χάρτη των εθνών».

Τον νεκρό αποφασίζουν να «τον θάψουν, όπως ταιριάζει στη θρησκεία και στον ελληνικό πολιτισμό. Δίνουν εντολή στη Νίτσα να φωνάξει γυναίκες και να ξενυχτίσουν τον νεκρό σαν να είναι παιδί δικό τους». Και η ταφή  θα γίνει «πίσω ακριβώς από το Ιερό του Αγίου Νικολάου, εκεί στο χώρο που προορίζονταν μόνο για τους παπάδες».

«- Εδώ έξω από τον Αι Νικόλα να υπάρχει το μνήμα, να το βλέπουν οι Μαρμαριώτες και να θυμούνται τις συμφορές του εμφύλιου πολέμου, τα πάθη και τα μίση μεταξύ τους. Και να ξέρεις, παπά, τα μνημεία κρατάνε ζωντανή την ιστορία του λαού μας και γίνονται το ξυπνητήρι στη συνείδησή μας», λέει ο δάσκαλος μετατρέποντας το «μνήμα του ξένου» σε «μνημείο ιστορικής συνείδησης».

Το ίδιο και στον επικήδειο, τον οποίο μετατρέπει σε κήρυγμα εθνικής αυτοσυνειδησίας:

«Χωριανοί μου, μεγάλο κακό χτύπησε σήμερα το χωριό μας. Έλληνας έπεσε από βόλι Έλληνα, αδερφός από αδερφό. Άφησαν καταγής νεκρό παλληκάρι και έφυγαν. Μεγαλύτερη ασέβεια για νεκρό δεν υπάρχει. Ακόμα και σε πόλεμο από τα αρχαία χρόνια ως τώρα σταματούσαν τις εχθροπραξίες, για να θάψουν τους νεκρούς. Και όμως, εδώ στο χωριό μας παραβίασαν τον ιερότερο κανόνα του σεβασμού προς τον νεκρό. […] Γι’ αυτό αποφασίσαμε με τον παπά-Χαράλαμπο να αποδώσουμε την ελάχιστη τιμή στον νεκρό του χωριού μας. Και σεις με τον ερχομό σας εδώ στην εκκλησία τιμάτε και το χωριό και τον εαυτό σας. […]».

– οι γυναίκες του χωριού αναδεικνύονται από τον συγγραφέα σε συλλογικό υποκείμενο ιστορικής μνήμης και εθνικής αυτοσυνειδησίας, αντίστοιχο του ρόλου του χορού στην αρχαία τραγωδία. Ολοκληρώνουν το ξενύχτισμα του νεκρού με τον «επιτάφιο θρήνο» γύρω από το μνήμα με πρόσωπα σκεπασμένα με το μαύρο μαντίλι:

«Σου παραγγέλνω μαύρη γης κι αραχνιασμένο χώμα

αυτούς τους νιους που σού ’στειλα και τούτον το λεβέντη

να μην τους λιώσεις γρήγορα, να μην τους αραχνιάσεις.

Δώσ’ τους να φαν, δώσ’ τους να πιουν

βάλ’ τους να τραγουδήσουν.

Έχουν μαράζι στην καρδιά και δεν το φανερώνουν.

[…]»

– Τα τραγικά πρόσωπα του δράματος συμπληρώνουν οι γονείς και η αρραβωνιαστικιά του «ξένου», η Σμαράγδα, που τον αναζητούν και φτάνουν στο χωριό, για να κάνουν την «αναγνώριση» του νεκρού και το δικό τους χρέος ξεθάβοντας και τιμώντας τον νεκρό τους, καθώς το χωριό ολόκληρο παρακολουθεί βουβό ―και πάλι σαν χορός αρχαίας τραγωδίας. Η περιγραφή συγκλονίζει:

«Τρέμουν στο μνήμα τα σωθικά της μάνας και με δυσκολία την κρατάει όρθια η Σμαράγδα, για να μην σωριαστεί πάνω στο μνήμα. Είναι σίγουρη, έχει και το προαίσθημα ότι εκεί στο μνήμα είναι θαμμένο το παιδί της. Ένας χτύπος από τον κασμά και μια πληγή ακόμα στην καρδιά της. Αρχίζουν να διακρίνονται τα μαλλιά του νεκρού και όλοι γονατίζουν. Τότε η μάνα σκαλίζει με θρησκευτική ευλάβεια το χώμα. Μια κραυγή σχίζει τον ουρανό και αναταράζει τη σιωπή. Μοιρολογεί και θρηνεί το παιδί της. Τραβάει τα μαλλιά της, χτυπάει το στήθος της και πέφτει πάνω στον τάφο. Ο πατέρας γονατίζει, φιλάει το χώμα και κλαίει. Ενώ η κοπέλα δεν αντέχει το θέαμα, γυρίζει την πλάτη και παραδίνεται στον θρήνο. Κλαίνε, χαϊδεύουν το κεφάλι του νεκρού αγκαλιασμένοι και οι τρεις επάνω στο μνήμα.

Ύστερα από ώρα πολλή η μάνα με μια κίνηση αργή βγάζει από την ποδιά της μια άσπρη σακούλα κι ένα ψαλίδι. Κόβει λίγα μαλλιά από το παιδί της, ενώ ο πατέρας παίρνει χώμα από το μνήμα και το βάζει στην σακούλα. Η Σμαράγδα σκύβει και χαϊδεύει το κόκκινο μαντίλι που είχε δωρίσει στον Νίκο για να την θυμάται, όταν τον αγκάλιασε για τελευταία φορά στους Καϊξούς. Έτσι τον αποχαιρέτησε ψιθυριστά: ‘θα είσαι το λυχνάρι της ζωής μου’».

Για να μην ξεχνάμε, όμως, αγαπητοί φίλοι, ότι βρισκόμαστε στη δίνη ενός απάνθρωπου εμφυλίου πολέμου, οι πρωταγωνιστές πρέπει να πληρώσουν ακριβά την ανεπίτρεπτη ανθρωπιά τους: Ο Δάσκαλος/Πρόεδρος εκδιώκεται, ο Παπάς εξορίζεται, αποσχηματίζεται, για να επιστρέψει στο τέλος της ζωής του στο χωριό και να ταφεί στο ίδιο μνήμα με τον «Ξένο».

Πιστεύοντας ότι έχω πει τόσα πολλά, ώστε να φωτίσω τις κυριότερες αρετές του βιβλίου του Χάρη Λεοντάρη και να σας δημιουργήσω την επιθυμία να το διαβάσετε, αλλά και τόσο λίγα, ώστε να μην έχω προδώσει την πλοκή και τις λεπτομέρειές του και να μπορείτε να το απολαύσετε, ευχαριστώ και συγχαίρω τον φίλο και συνάδελφο Χάρη Λεοντάρη γι’ αυτό το συναρπαστικό ταξίδι στην ιστορία της ανθρώπινης ψυχής που μας χάρισε, εύχομαι να είναι «καλοτάξιδο» το βιβλίο του και ο ίδιος να συνεχίζει να μας συγκινεί, να μας εκπλήσσει και να μας συναρπάζει.

Σας ευχαριστώ και εσάς που μ’ ακούσατε

Posted in Βιβλιοπαρουσιάσεις | Σχολιάστε

Έφυγε ο Σωφρόνης Χατζησαββίδης

Αναδημοσίευση από την Κοινότητα Εκπαιδευτικών του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας: Διδάσκουμε τα γλωσσικά μαθήματα 

Αγαπητές, οί συνάδελφοι,

Είναι γεγονός ότι συνηθίσαμε στις κοινότητές μας στα καλά νέα: συνέδρια, ομιλίες και παρουσιάσεις της δουλειάς μας. Δυστυχώς όμως έχουμε και μια πολύ δυσάρεστη είδηση: ο Σωφρόνης Χατζησαββίδης έφυγε χθες το βράδυ ξαφνικά και αναπάντεχα από κοντά μας, αφού την προηγούμενη βδομάδα μόλις ήταν ομιλητής σε συνέδριο του ΚΕΓ στην Αθήνα.

Οι στιγμές δημιουργίας και σχεδίων που ζήσαμε οι τρεις μας περνούν μέσα στις λίγες αυτές ώρες σαν κινηματογραφική ταινία από μπροστά μας. Πριν πολλά χρόνια ξεκινήσαμε δουλεύοντας για το στήσιμο του Κόμβου της ελληνικής γλώσσας αναδιφώντας τη βιβλιογραφία και τη φτωχή τότε ιντερνετική παραγωγή για τη γλωσσική διδασκαλία. Και ήταν μόνο η αρχή… Ακολούθησαν πολλές αξέχαστες δημιουργικές και αναστοχαστικές συζητήσεις για το πώς θα μπορούσαμε να συμβάλουμε σ’ αυτό που και οι τρεις αγαπούσαμε πολύ, τη διδασκαλία της γλώσσας.

Υπάρχουν όμως και πολλές ανθρώπινες στιγμές που μας δένουν. Δεν είμαστε απλώς συνεργάτες, αλλά πάνω από όλα φίλοι ειλικρινείς. Κι ο Σωφρόνης ήξερε να τιμάει τη φιλία και να χαρίζει απλόχερα ανθρώπινες στιγμές.

Ο επιστήμονας Σωφρόνης Χατζησαββίδης πολύ νωρίς ασχολήθηκε με εναλλακτικές προτάσεις για τη διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας σε μια εποχή και ένα περιβάλλον που τις πιο πολλές φορές δεν ήταν φιλικό. Υπήρχε έντονη αντιπαλότητα ανάμεσα στους πολλούς που έβλεπαν όλα αυτά ως «ανεδαφικά» και «ανεφάρμοστα» και στους λίγους, σχετικά, που έβλεπαν μια αχτίδα φωτός στα αδιέξοδα της γλωσσικής εκπαίδευσής μας.

Αυτό το φως για την εκπαίδευσή μας επεδίωξε με επιμονή και πολλή δουλειά ο Σωφρόνης μέχρι και χθες· το δείχνουν τα είκοσι περίπου βιβλία του και τα περισσότερα από εκατό άρθρα του σε συνέδρια και επιστημονικά περιοδικά.  Το δείχνει και η εξαιρετική δουλειά που έκανε στην κοινότητά μας του Δημοτικού. Είναι κρίμα που δεν θα ζει να δει την όλη αυτή δουλειά ολοκληρωμένη! Θα χαίρεται όμως σίγουρα βλέποντας από ψηλά ότι η επιμονή του για μια εναλλακτική γλωσσική εκπαίδευση επεκτείνεται διαρκώς με τη συνεισφορά όλων μας.

Ας είναι αιωνία η μνήμη του!

Οι φίλοι και συνοδοιπόροι του στον αγώνα αυτόν,

Δημήτρης Κουτσογιάννης

Κώστας Ντίνας

Posted in Προσωπικά | Σχολιάστε