Χάρη Λεοντάρη, «Δός μoι τοῦτον τὸν ξένον»: Παράλληλοι βίοι, παράλληλη ανάγνωση

Κοζάνη, 27 Μαρτίου 2015

Δε συνηθίζω να αναλαμβάνω την παρουσίαση λογοτεχνικών βιβλίων, καθώς ως γλωσσολόγος δηλώνω «τεχνοκράτης της γλώσσας» και θεωρώ ότι δεν έχω τα εργαλεία που απαιτούνται, για να προσεγγίσω ένα λογοτεχνικό κείμενο, το οποίο απαιτεί κυρίως συναισθηματική και όχι ορθολογική αντιμετώπιση. Με το βιβλίο, όμως, που παρουσιάζουμε σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Και τη διαφορά την κάνει το θέμα και η φυσιογνωμία του βιβλίου, κύριος όμως ο συγγραφέας του. Και εξηγούμαι:

Γνώρισα τον Χάρη Λεοντάρη στα 1982, όταν νέος τότε και νεο-διόριστος φιλόλογος έμπαινα σε μια μεγάλη εκπαιδευτική οικογένεια, όπου ο Χάρης, παρότι «ξένος» – Ηπειρώτης στην Κοζάνη, είχε ήδη δώσει το στίγμα της δυναμικής του παρουσίας στα εκπαιδευτικά και συνδικαλιστικά δρώμενα.

«Ξένος» κι εγώ σ’ αυτή την πόλη, ιδιότητα που την έχω ακόμα ―κι ας πέρασαν 45 χρόνια από τότε που πρωτοήρθα σ’ αυτήν, βρήκα έναν άνθρωπο που με ό,τι καταπιανόταν το έκανε με εφηβικό ζήλο και ενθουσιασμό, παρά τις απογοητεύσεις και τις ματαιώσεις ―που δεν ήταν και λίγες. Ακολουθήσαμε για κάμποσα χρόνια παράλληλη πορεία στις φιλολογικές μας αναζητήσεις, στήσαμε τον σύνδεσμο φιλολόγων με πρώτο πρόεδρο εκείνον και γραμματέα εμένα και δραστηριοποιηθήκαμε σε έναν υγιή ―όπως ίσως αφελώς πιστεύαμε τότε, αλλά σίγουρα θέλαμε να υλοποιούμε― εκπαιδευτικό συνδικαλισμό προσπαθώντας να συνδυάσουμε στόχους και επιστημονικούς αλλά και βελτιωτικούς της εργασιακής μας θέσης. Εκείνος πάντα πιο μπροστά από εμένα, εγώ διακριτικά πιο πίσω, λίγο όμως έλειψε να τον διαδεχτώ στην προεδρία της ΕΛΜΕ Κοζάνης. Ευτυχώς τη γλίτωσα…

Όταν επέστρεψε στα Γιάννενα, ανήσυχος και ανυπότακτος, συνέχισε με τον ίδιο ζήλο τη συνδικαλιστική και πολιτική του πλέον δράση, για να τις εγκαταλείψει, μάλλον αδικαίωτα, για μια αγάπη του που την υπηρετούσε πάντα με συνέπεια ―όσο μπορούσα να τον παρακολουθώ: το διάβασμα/μελέτη και το γράψιμο. Δημοσίευσε αρκετές μελέτες ιστορικού, λαογραφικού και πολιτικού περιεχομένου, στις οποίες μπορεί να διακρίνει κανείς τη διεισδυτική ματιά του στα γεγονότα και τη σοβαρή και νηφάλια ερμηνεία τους. Σε όλες του τις εργασίες μπορεί εύκολα κανείς να διαπιστώσει τα στοιχεία του χαρακτήρα του: δυναμισμός και σοβαρότητα σε μίαν αξιοζήλευτη σύνθεση. Μέχρι και την τελευταία του δουλειά, το ανά χείρας πόνημα, όπου μετά από εξαντλητική έρευνα δοκιμάζει μίαν εύστοχη, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, δημιουργική ανάπλαση της ιστορίας, της μικροϊστορίας των καθημερινών γεγονότων, στα οποία η ζωή γράφει τα πιο απίθανα σενάρια, μπροστά στα οποία ωχριά η φαντασία του ανθρώπου.

Από λογοτεχνική οπτική το έργο που παρουσιάζουμε σήμερα θα μπορούσε να θεωρηθεί ιστορικό μυθιστόρημα ή, για να είμαστε πιο δίκαιοι ―λόγω της έκτασής του, ιστορική νουβέλα, καθώς είναι ένα έργο φαντασίας, που αναφέρεται όμως σε ιστορικά πρόσωπα, όπου επιχειρείται να μεταφερθούν με ρεαλιστικές λεπτομέρειες και πιστότητα το πνεύμα, οι συμπεριφορές και οι κοινωνικές συνθήκες μιας παλιότερης ιστορικής εποχής, της περιόδου της γερμανοϊταλικής κατοχής και της εθνικής αντίστασης. Η βασική του εστίαση είναι ένα ιστορικό γεγονός, αυτό της μάχης στο χωριό του συγγραφέα, τα Μάρμαρα Ιωαννίνων, και ιδιαίτερα η ομόθυμη ταφή ενός «ξένου» που σκοτώθηκε στη συμπλοκή και εγκαταλείφθηκε στη μέση του χωριού από εχθρούς και φίλους, αλλά ευκαιριακά αναφέρεται και σε έναν ευρύτερο κύκλο γεγονότων και κοινωνικών συμβάντων της συγκεκριμένης περιόδου, τα οποία επηρέασαν τη ζωή και τη συμπεριφορά των απλών ανθρώπων ―και όχι μόνον.

Βασικό χαρακτηριστικό του ιστορικού μυθιστορήματος, το οποίο επίσης υπάρχει στο έργο που σήμερα παρουσιάζουμε, είναι ότι αποτελεί ένα λογοτεχνικό είδος στο οποίο γίνεται απόπειρα να δημιουργηθεί μια δραματική δομή μυθοπλασίας μέσα σε μια αυστηρά οριοθετούμενη ιστορική εποχή, την οποία σκιαγραφεί ο δημιουργός του μετά από διεξοδική μελέτη των γεγονότων, των τόπων και των χαρακτήρων, όπως επίσης και των ενδυμασιών, των ηθών και συνηθειών αλλά και του τρόπου ομιλίας που χρησιμοποιούσαν τα άτομα της εποχής διαδραματίζεται το έργο του.

Με τον Χάρη είχαμε πάντα παράλληλες πορείες σαφώς οριοθετημένες, οι οποίες μας επέτρεψαν να επικοινωνούμε εύκολα μεταξύ μας, αν και ο καθένας μας διατηρούσε το δικαίωμα της δικής του οπτικής στα πράγματα. Θυμάμαι σαν τώρα να συναντιόμαστε στην πλατεία της Κοζάνης κάποια περίοδο Αποκριάς και να προσπαθεί ―κρατώντας τα δυο του κορίτσια απ’ το χέρι― να μου εξηγήσει πώς τη συγκεκριμένη περίοδο προσπαθεί να μπει στο κλίμα που επικρατεί σε όλη την πόλη και να δώσει όσο γίνεται περισσότερο χώρο μέσα του στον Διόνυσο έναντι του Απόλλωνα, στο συναίσθημα έναντι του ορθολογισμού. Έτσι εξηγείται εύκολα για μένα γιατί επέλεξε να δώσει με λογοτεχνικό και με έντονο συναισθηματικό τρόπο τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο χωριό του εκείνο το φθινοπωρινό πρωινό του 1943, αντί μιας ιστορικής ορθολογικής αφήγησης, την οποία θα επέλεγα εγώ χωρίς καμιά αμφιβολία και δεύτερη σκέψη.

Για αυτόν τον λόγο εγώ θα προχωρήσω σε μια παράλληλη ανάγνωση των γεγονότων και των στοιχείων εκείνων της ιστορικής πραγματικότητας που εμένα με συντάραξαν, αφήνοντας τον αναγνώστη να απολαύσει αλλά και να συγκλονιστεί από την επιτυχή μείξη των ιστορικών γεγονότων και της μυθοπλαστικής δεινότητας του συγγραφέα σε μία μυθ-ιστορία, όπου η πραγματικότητα πολύ συχνά ξεπερνά την πιο τολμηρή φαντασία.

Ασφαλώς αγνοούσα το περιστατικό της σύγκρουσης μιας ομάδας αγωνιστών του ΕΛΑΣ με μια ομάδα αγωνιστών του ΕΔΕΣ στα Μάρμαρα, ένα χωριό λίγο έξω από τα Γιάννενα, μια σύγκρουση που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο ενός εικοσιοκτάχρονου παλικαριού, του αρχηγού της ομάδας των Ελασιτών, στην πλατεία του χωριού, στο μεσοχώρι. Έμαθα γι’ αυτό λίγο πριν το βιβλίο πάρει τον δρόμο για το τυπογραφείο, όταν ο Χάρης με αναζήτησε, για να μου κάνει την τιμή να το προλογίσω. Για να με βάλει στο κλίμα, μου διηγήθηκε με το γνωστό συμμετοχικό του πάθος όχι μόνο τα γεγονότα, τα οποία όπως διαπίστωσα συζητούνταν για αρκετά χρόνια από τους συχωριανούς του και ο καθένας έδινε τη δική του εκδοχή και ερμηνεία, αλλά και την πολύχρονη και πολύμοχθη προσπάθειά του να συγκεντρώσει στοιχεία και μαρτυρίες, που όσο περνάει ο καιρός λιγοστεύουν μαζί με τους αυτόπτες και αυτήκοους μάρτυρες που πεθαίνουν, να συναντήσει ανθρώπους σε όλα τα μέρη όπου βρέθηκαν οι πρωταγωνιστές του δράματος, να προσπαθήσει να ξεδιαλύνει πού βρίσκεται ή αλήθεια και πόσο είναι αναμεμειγμένη με τον μύθο, που συχνά συνοδεύει τέτοια γεγονότα.

Καθώς τον άκουγα να μου διηγείται τα ιστορικά γεγονότα που αποτελούν τον καμβά πάνω στον οποίο είχε υφάνει τη μυθιστορηματική του εκδοχή, έμεινα στον «ξένο», που η μοίρα τό ’φερε να ξεμείνει στο μεσοχώρι των Μαρμάρων και να ενεργοποιήσει με τον θάνατό του όλα εκείνα τα ανθρώπινα αντανακλαστικά που κι άλλες φορές έχουμε συναντήσει στη ζωή και τη λογοτεχνία: είναι το ίδιο δίλημμα που είχε να αντιμετωπίσει η Αντιγόνη, όταν έπρεπε να αποφασίσει αν θα ακολουθήσει τον θείο ή τον ανθρώπινο νόμο· περισσότερα στοιχεία ομοιότητας εύρισκα, όμως, με το θείο δράμα της Μεγάλης Παρασκευής και την απόφαση του Ιωσήφ να εκτεθεί στη ρωμαϊκή διοίκηση και στην εβραϊκή κοινωνία και να αναθέσει στον εαυτό του το χρέος της ταφής του «Ξένου», τον οποίο φαινόταν να τον έχουν εγκαταλείψει όλοι. Αυθόρμητα ήρθε στο μυαλό μου το εκπληκτικό ποίημα που ψάλλουμε στον Επιτάφιο: Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον… Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλίνῃ». Πρότεινα στον Χάρη ως τίτλο το επαναλαμβανόμενο μοτίβο/ παράκληση του Ιωσήφ στον Πιλάτο: Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον. Με τιμά που το δέχθηκε και θεωρώ ότι συνέβαλα κι εγώ στο έργο του με μια μικρή πινελιά.

Η υπόθεση του έργου και οι ήρωες του δράματος είναι βγαλμένοι από τα έγκατα της ιστορικής μας μνήμης. Εμφύλιος· ο πιο άγριος και αδυσώπητος πόλεμος που επινόησε ποτέ ο άνθρωπος, όπως πολύ παραστατικά και διεισδυτικά τον αποτύπωσε ο Θουκυδίδης στη γνωστή «Παθολογία» του εμφύλιου πολέμου. Γράφει: «…Και νόμισαν πως είχαν το δικαίωμα ν’ αλλάξουν και τη συνηθισμένη ανταπόκριση των λέξεων προς τα πράγματα, για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους. Έτσι η αστόχαστη αποκοτιά θεωρήθηκε παλικαριά γι’ αγάπη των συντρόφων, ο δισταγμός από πρόνοια για το μέλλον δειλία που προβάλλει ενάρετες δικαιολογίες, η γνωστική μετριοπάθεια ως πρόφαση ανανδρίας, και η ικανότητα να βλέπει κανείς όλες τις πλευρές μιας κατάστασης ανικανότητα να δράσει· την απότομη και βίαιη αντίδραση την πρόσθεσαν στα προτερήματα του αντρός, και η αποχή από τις ραδιουργίες λογίστηκε φαινομενικά λογική πρόφαση για ν’ αποφύγει κανείς τον κίνδυνο…

Κι ο συγγενής λογιζόταν πιο ξένος από τον κομματικό σύντροφο, επειδή ο σύντροφος ήταν πιο πρόθυμος να ριχτεί στον κίνδυνο για το κόμμα χωρίς να εξετάσει την αληθινή αιτία της πράξης του… Αιτία για όλα αυτά είναι η όρεξη ν’ αποχτήσουν δύναμη οι άνθρωποι από απληστία και φιλοδοξία, κι απ’ αυτά πηγάζει η ορμή που τους σπρώχνει, μια και μπούνε στη διαμάχη των κομμάτων… Έτσι γίνηκαν κάθε λογής διεστραμμένα εγκλήματα ανάμεσα στους Έλληνες κι αιτία τους ήταν οι εσωτερικές διενέξεις…». Διαχρονικές αλήθειες που, δυστυχώς, επιβεβαιώνονται σε κάθε εμφύλιο πόλεμο…

Κι όμως, μέσα σ’ αυτό τον ορυμαγδό των γεγονότων και των παθών ενός εμφυλίου υπάρχει χώρος για ανθρωπιά. Ένα ολόκληρο χωριό αψηφώντας τις συνέπειες «υιοθετεί» έναν «ξένο», έναν άγνωστο Ελασίτη, τον Φουρκιώτη, που η μοίρα του ήταν να σκοτωθεί στα 28 του στην πλατεία, και αναλαμβάνει συλλογικά και παραμερίζοντας πρόσκαιρα ό,τι χώριζε τους χωριανούς σε δύο αλληλο-μισούμενες παρατάξεις να τον θάψει. Η ταφή του «ξένου» είναι το κεντρικό περιστατικό γύρω από το οποίο πλέκεται όλη η μυθιστορηματική πλοκή ―άλλος ένας αναπόφευκτος συνειρμός εδώ, το γνωστό ηπειρώτικο μοιρολόγι: «Πώς τον θάφτουνε τον ξένο μες στην ξενιτιά, δίχως μάνα και πατέρα, δίχως συγγενείς; Όρε κλάψτε τον πουλιά κι αηδόνια, μοιριολογήστε τον…»

Βασικό μέλημα του συγγραφέα, που φαίνεται διάχυτο στο βιβλίο του, είναι να πλάσει ή να σκιαγραφήσει όσο γίνεται με πιο πειστικό τρόπο τους βασικότερους ήρωες του δράματος κυρίως μέσα από τη δράση τους ―με αρκετή δόση υπερβολής καμιά φορά, που όμως ταιριάζει απόλυτα στις μυθοπλαστικές του επιλογές.

Ο Νίκος είναι ένας ανήσυχος νέος της εποχής του, φιλόλογος, με σαφώς σχηματοποιημένες μέσα του τις ιδεολογικές και κοινωνικές του αναζητήσεις, που τον φέρνουν στην Αριστερά, έχει διακριθεί στον ελληνοϊταλικό πόλεμο συμμετέχοντας σε επικίνδυνες αποστολές και με τη συνθηκολόγηση περνά στην εαμική αντίσταση. Κατατάσσεται στον ΕΛΑΣ και γρήγορα, ως «Φουρκιώτης» πλέον, αρχίζει να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο· σε μια τέτοια διατεταγμένη αποστολή βρισκόταν, όταν κόπηκε το νήμα της ζωής του εκείνο το φθινοπωρινό πρωινό του ’43 στα Μάρμαρα.

Η Σμαράγδα, η δασκάλα που γνώρισε ο Νίκος στα Δολιανά, το χωριό αγαπημένου του συμπολεμιστή, έχει όλα τα προσόντα της ηρωίδας που θα ταίριαζε να ερωτευθεί τον Νίκο και να συνάψει μαζί του έναν ιδανικό δυνατό ερωτικό δεσμό, που επέτρεψε στον συγγραφέα να πλάσει μιαν ολόκληρη ερωτική νουβέλα μέσα στο έργο.

Από τους πολλούς άλλους χαρακτήρες του έργου ξεχωρίζουν:

– η θεία Νίτσα, η οποία είναι η πρώτη που επιλαμβάνεται της περιποίησης του νεκρού ξένου μπαίνοντας στον ρόλο της μάνας του: «Πιάνει τον νεκρό από το κεφάλι και με την βοήθεια του Σωτήρη και του παιδιού της, του Βασίλη, μεταφέρει τον σκοτωμένο στο φτωχικό της σπίτι. Οι κινήσεις της είναι όλο σεβασμό και ιερότητα […] δεν άντεχε να αφήσει το παλληκάρι στο δρόμο, να το σκεπάσει η νύχτα και να το αρπάξουν τα σκυλιά. Το θεωρούσε σαν τη πιο μεγάλη ασέβεια να παρατήσει τον νεκρό χωρίς την φροντίδα που ορίζουν οι κανόνες της εκκλησίας και οι αρχές της ανθρωπιάς […] έφερε και από τον γίκο ένα κελίμι και σκέπασε τον νεκρό, γιατί πίστευε ότι τη νύχτα ο νεκρός θα πρέπει να μείνει αθέατος από τον άνθρωπο…».

– ο πατέρας της θείας Νίτσας, ο δάσκαλος και πρόεδρος του χωριού, ο οποίος χωρίς χρονοτριβή, μόλις έμαθε από την κόρη του το θλιβερό μαντάτο, ανέλαβε τα της κηδείας και κάλεσε τον παπά για τα εκκλησιαστικά. Είναι χαρακτηριστικός ο διάλογος εθνικής αυτοκριτικής των δύο αρχών του χωριού:

«- Παπά, είναι θλιβερό και ανεπάντεχο αυτό που έγινε σήμερα στο χωριό. Σκότωσαν έναν λεβέντη και το χειρότερο ακόμα, τον εγκατέλειψαν στη μέση του δρόμου και έφυγαν.

– Είναι κρίμα, δάσκαλε, που ακόμα δεν έχουν καταλάβει οι συμπατριώτες πού πάει η κατάσταση. Σκοτώνονται για τους Άγγλους και για τους Γερμανούς. Αντί να μονιάσουμε και να διώξουμε τους Γερμανούς, εμείς σκεφτόμαστε σε ποιον να παραδώσουμε τη χώρα. Είναι στη μοίρα των Ελλήνων να γίνονται αδερφοφάδες και ύστερα να προσκυνάνε προστάτες και να γίνονται ζητιάνοι στις πόρτες τους.

– Έτσι γίνονταν από τα αρχαία χρόνια, το ίδιο στον καιρό της Επανάστασης και έτσι συνεχίζουμε και τώρα. Τα ξέρεις και να μη στα λέω εγώ τώρα. Ευτυχώς που μένει λίγη μαγιά και να ξαναγεννιόμαστε. Αλλιώς θα είχαμε χαθεί από τον χάρτη των εθνών».

Τον νεκρό αποφασίζουν να «τον θάψουν, όπως ταιριάζει στη θρησκεία και στον ελληνικό πολιτισμό. Δίνουν εντολή στη Νίτσα να φωνάξει γυναίκες και να ξενυχτίσουν τον νεκρό σαν να είναι παιδί δικό τους». Και η ταφή  θα γίνει «πίσω ακριβώς από το Ιερό του Αγίου Νικολάου, εκεί στο χώρο που προορίζονταν μόνο για τους παπάδες».

«- Εδώ έξω από τον Αι Νικόλα να υπάρχει το μνήμα, να το βλέπουν οι Μαρμαριώτες και να θυμούνται τις συμφορές του εμφύλιου πολέμου, τα πάθη και τα μίση μεταξύ τους. Και να ξέρεις, παπά, τα μνημεία κρατάνε ζωντανή την ιστορία του λαού μας και γίνονται το ξυπνητήρι στη συνείδησή μας», λέει ο δάσκαλος μετατρέποντας το «μνήμα του ξένου» σε «μνημείο ιστορικής συνείδησης».

Το ίδιο και στον επικήδειο, τον οποίο μετατρέπει σε κήρυγμα εθνικής αυτοσυνειδησίας:

«Χωριανοί μου, μεγάλο κακό χτύπησε σήμερα το χωριό μας. Έλληνας έπεσε από βόλι Έλληνα, αδερφός από αδερφό. Άφησαν καταγής νεκρό παλληκάρι και έφυγαν. Μεγαλύτερη ασέβεια για νεκρό δεν υπάρχει. Ακόμα και σε πόλεμο από τα αρχαία χρόνια ως τώρα σταματούσαν τις εχθροπραξίες, για να θάψουν τους νεκρούς. Και όμως, εδώ στο χωριό μας παραβίασαν τον ιερότερο κανόνα του σεβασμού προς τον νεκρό. […] Γι’ αυτό αποφασίσαμε με τον παπά-Χαράλαμπο να αποδώσουμε την ελάχιστη τιμή στον νεκρό του χωριού μας. Και σεις με τον ερχομό σας εδώ στην εκκλησία τιμάτε και το χωριό και τον εαυτό σας. […]».

– οι γυναίκες του χωριού αναδεικνύονται από τον συγγραφέα σε συλλογικό υποκείμενο ιστορικής μνήμης και εθνικής αυτοσυνειδησίας, αντίστοιχο του ρόλου του χορού στην αρχαία τραγωδία. Ολοκληρώνουν το ξενύχτισμα του νεκρού με τον «επιτάφιο θρήνο» γύρω από το μνήμα με πρόσωπα σκεπασμένα με το μαύρο μαντίλι:

«Σου παραγγέλνω μαύρη γης κι αραχνιασμένο χώμα

αυτούς τους νιους που σού ’στειλα και τούτον το λεβέντη

να μην τους λιώσεις γρήγορα, να μην τους αραχνιάσεις.

Δώσ’ τους να φαν, δώσ’ τους να πιουν

βάλ’ τους να τραγουδήσουν.

Έχουν μαράζι στην καρδιά και δεν το φανερώνουν.

[…]»

– Τα τραγικά πρόσωπα του δράματος συμπληρώνουν οι γονείς και η αρραβωνιαστικιά του «ξένου», η Σμαράγδα, που τον αναζητούν και φτάνουν στο χωριό, για να κάνουν την «αναγνώριση» του νεκρού και το δικό τους χρέος ξεθάβοντας και τιμώντας τον νεκρό τους, καθώς το χωριό ολόκληρο παρακολουθεί βουβό ―και πάλι σαν χορός αρχαίας τραγωδίας. Η περιγραφή συγκλονίζει:

«Τρέμουν στο μνήμα τα σωθικά της μάνας και με δυσκολία την κρατάει όρθια η Σμαράγδα, για να μην σωριαστεί πάνω στο μνήμα. Είναι σίγουρη, έχει και το προαίσθημα ότι εκεί στο μνήμα είναι θαμμένο το παιδί της. Ένας χτύπος από τον κασμά και μια πληγή ακόμα στην καρδιά της. Αρχίζουν να διακρίνονται τα μαλλιά του νεκρού και όλοι γονατίζουν. Τότε η μάνα σκαλίζει με θρησκευτική ευλάβεια το χώμα. Μια κραυγή σχίζει τον ουρανό και αναταράζει τη σιωπή. Μοιρολογεί και θρηνεί το παιδί της. Τραβάει τα μαλλιά της, χτυπάει το στήθος της και πέφτει πάνω στον τάφο. Ο πατέρας γονατίζει, φιλάει το χώμα και κλαίει. Ενώ η κοπέλα δεν αντέχει το θέαμα, γυρίζει την πλάτη και παραδίνεται στον θρήνο. Κλαίνε, χαϊδεύουν το κεφάλι του νεκρού αγκαλιασμένοι και οι τρεις επάνω στο μνήμα.

Ύστερα από ώρα πολλή η μάνα με μια κίνηση αργή βγάζει από την ποδιά της μια άσπρη σακούλα κι ένα ψαλίδι. Κόβει λίγα μαλλιά από το παιδί της, ενώ ο πατέρας παίρνει χώμα από το μνήμα και το βάζει στην σακούλα. Η Σμαράγδα σκύβει και χαϊδεύει το κόκκινο μαντίλι που είχε δωρίσει στον Νίκο για να την θυμάται, όταν τον αγκάλιασε για τελευταία φορά στους Καϊξούς. Έτσι τον αποχαιρέτησε ψιθυριστά: ‘θα είσαι το λυχνάρι της ζωής μου’».

Για να μην ξεχνάμε, όμως, αγαπητοί φίλοι, ότι βρισκόμαστε στη δίνη ενός απάνθρωπου εμφυλίου πολέμου, οι πρωταγωνιστές πρέπει να πληρώσουν ακριβά την ανεπίτρεπτη ανθρωπιά τους: Ο Δάσκαλος/Πρόεδρος εκδιώκεται, ο Παπάς εξορίζεται, αποσχηματίζεται, για να επιστρέψει στο τέλος της ζωής του στο χωριό και να ταφεί στο ίδιο μνήμα με τον «Ξένο».

Πιστεύοντας ότι έχω πει τόσα πολλά, ώστε να φωτίσω τις κυριότερες αρετές του βιβλίου του Χάρη Λεοντάρη και να σας δημιουργήσω την επιθυμία να το διαβάσετε, αλλά και τόσο λίγα, ώστε να μην έχω προδώσει την πλοκή και τις λεπτομέρειές του και να μπορείτε να το απολαύσετε, ευχαριστώ και συγχαίρω τον φίλο και συνάδελφο Χάρη Λεοντάρη γι’ αυτό το συναρπαστικό ταξίδι στην ιστορία της ανθρώπινης ψυχής που μας χάρισε, εύχομαι να είναι «καλοτάξιδο» το βιβλίο του και ο ίδιος να συνεχίζει να μας συγκινεί, να μας εκπλήσσει και να μας συναρπάζει.

Σας ευχαριστώ και εσάς που μ’ ακούσατε

Advertisements

About kdinas

Καθηγητής Γλωσσολογίας - Ελληνικής Γλώσσας και Διδακτικής της Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας
This entry was posted in Βιβλιοπαρουσιάσεις. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s