Οι Τρεις Ιεράρχες ως παράδειγμα προς μίμηση

Γιορτή των Τριών Ιεραρχών

Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας

Φλώρινα 27 Ιανουαρίου 2016

Αισθάνεται αμήχανος κανείς, όταν καλείται μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας να αναφερθεί διεξοδικά σε τρεις πολύπλευρες προσωπικότητες, όπως ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

Κι αυτό γιατί δεν υπήρξαν μόνο πολύ σπουδαγμένοι κι οι τρεις τους ― σχεδόν πανεπιστήμονες για την εποχή τους―, μα και άριστοι Ποιμένες και Διδάσκαλοι, καθώς και άνθρωποι με πολυσχιδή δραστηριότητα μέσα στην κοινωνία που ζούσαν. Για τον λόγο αυτό, χωρίς να παραγνωρίζω τη σπουδαιότητα των άλλων τους αρετών, θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τρεις μόνο πλευρές της προσωπικότητάς τους: τη βαθιά ελληνική τους μόρφωση, την παρρησία τους απέναντι στην κοσμική εξουσία και την παρουσία τους μέσα στην κοινωνία.

Oι δυο Καππαδόκες, ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, πήραν μια θαυμάσια αγωγή στις καλύτερες ρητορικές σχολές των Αθηνών και της Αλεξάνδρειας. Γνώριζαν πολύ καλά την κλασική φιλολογία αντιπροσωπεύοντας τη γνωστή ως «νεο-Αλεξανδρινή» κίνηση, η οποία χρησιμοποιούσε τα προϊόντα της φιλοσοφικής σκέψης χωρίς να απορρίπτει την παράδοση της εκκλησίας. Εκτός από τα πλούσια θεολογικά τους έργα, τα οποία υποστηρίζουν την Ορθοδοξία στον αγώνα της εναντίον του Αρειανισμού, χωρίς όμως τη δραματική ένταση που χαρακτήριζε τους αγώνες του Μεγάλου Αθανασίου, άφησαν και μια πλούσια συλλογή λόγων και επιστολών, που αποτελεί μια από τις πιο πλούσιες πηγές αυτής της περιόδου.

Πήραν ως δεδομένα τα αξιώματα της εκλεκτικής φιλοσοφίας με την οποία είχαν ανατραφεί και την οποία θεωρούσαν ωφέλιμη διανοητική τροφή για όλους τους μορφωμένους ανθρώπους. Εξυμνούσαν συμβατικά τον Πλάτωνα λέγοντας πως «η γλώσσα του είναι πιο γλυκιά από το μέλι» κι απ’ την άλλη αρνήθηκαν συνειδητά να δουν τον Θεό ως μια «φθονερή ιουδαϊκή θεότητα».

Η διδασκαλία τους δανείστηκε πολλά από τον νεοπλατωνισμό του πρώτου και δεύτερου μεταχριστιανικού αιώνα, ενώ παράλληλα ένα μεγάλο μέρος της φρασεολογίας τους είναι επηρεασμένο από τους στωικούς. Οι δυο Καππαδόκες ποτέ δεν αμφισβήτησαν τις εκπαιδευτικές αυτές αξίες των νεανικών τους χρόνων. 0 Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει σε ένα του λόγο «Οι μυαλωμένοι άνθρωποι ξέρουν ότι το πρώτο ανάμεσα στα ανθρώπινα αγαθά είναι η παιδεία, και όχι μόνο η θρησκευτική αλλά και η κοσμική παιδεία, γιατί είμαστε επίσης Αττικοί».

Ο Μέγας Βασίλειος εξάλλου υποστηρίζει στον λόγο του προς τους νέους για την αξία της κλασικής παιδείας: «Τι άλλο είναι ο Όμηρος παρά υμνητής της αρετής;»

Και οι δυο τους πάντως απέδειξαν στους χριστιανούς συγχρόνους τους ότι ήταν δυνατό «να κόψεις το τριαντάφυλλο αποφεύγοντας το αγκάθι».

Μια γενιά νεότερος από τους Καππαδόκες, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος προέρχεται από διαφορετικό κοινωνικό περιβάλλον. Οι γονείς του Βασιλείου και του Γρηγορίου μοιάζει πως εκπροσωπούσαν τη μεγαλοαστική τάξη των επαρχιακών πόλεων, που για πολλά χρόνια είχε εγγυηθεί την ασφάλεια και την πολιτική δύναμη του ελληνισμού της Μικράς Ασίας. Ο Ιωάννης, αντίθετα, ως γιος ενός στρατιωτικού διοικητή της Ανατολής προερχόταν από τον κύκλο των ανώτερων αξιωματούχων που πολιτιστικά ανήκαν συνειδητά τόσο στον λατινικό, όσο και στον ελληνικό χώρο. Δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για τη φιλοσοφία και απλούστευσε τη ρητορική που είχε διδαχτεί, για να την κάνει προσιτή στους απλούς και αμόρφωτους ανθρώπους. Αν και οι κλασικοί δεν του ήταν άγνωστοι, αναζήτησε την έμπνευσή του στις Γραφές. Αναδείχτηκε ο σημαντικότερος εκκλησιαστικός ρήτορας όλων των εποχών. Τα κηρύγματά του αποτελούν λαμπρά δείγματα εκκλησιαστικής ομιλητικής καθώς συνδυάζουν την τελειότερη ρητορική τεχνική με την τολμηρότερη εικονιστική φαντασία. Είναι αττικιστής με την καλύτερη σημασία της λέξης.

Τον 4ο μεταχριστιανικό αιώνα η Εκκλησία είχε μόλις βγει από μια πολύ δύσκολη μα συνάμα ένδοξη εποχή, την εποχή των διωγμών. Από εκκλησία παράνομη και «υπό διωγμόν» γίνεται «νόμιμη» και σιγά-σιγά «επίσημη εκκλησία». Αυτή η νομιμοποίηση και επίσημοποίησή της, όμως, ενείχε τον κίνδυνο της πρόσδεσής της στο άρμα της κοσμικής εξουσίας. Μα οι Τρεις Ιεράρχες δε γνώρισαν ποτέ τι θα πει «μακαριότητα» ενός θρόνου και συμπόρευση με την κοσμική εξουσία. Είχαν το βαρύ και εξαντλητικό προνόμιο να διακονήσουν και στο κοινωνικό θυσιαστήριο και έδωσαν δείγματα εκκλησιαστικής συμπεριφοράς, καθώς πολλές φορές εναντιώθηκαν στις αρχές και εξουσίες του κόσμου τούτου με αποτελεσματικά όπλα τη βαθιά τους πίστη και την πλατιά τους μόρφωση.

Αξίζει εδώ να θυμίσουμε τη σθεναρή και άκαμπτη στάση του Μεγάλου Βασιλείου απέναντι στον απεσταλμένο του αυτοκράτορα Ουάλη Μόδεστο, όταν στις απαιτήσεις και απειλές της κοσμικής εξουσίας ο σεμνός Ιεράρχης αντέταξε το άτρομο θάρρος και το εκκλησιαστικό του φρόνημα αψηφώντας τις συνέπειες.

Από την άλλη μεριά οι κοσμικές δομές, όπως η άκαρδη εξουσία, ο πλούτος, η καλοπέραση των λίγων σε βάρος των πολλών, η κατεστημένη θεσμική αδικία ήταν για τον Χρυσόστομο τα οχυρά που έπρεπε να πέσουν, για να έρθει η εξυγίανση. Η αντίθεσή του προς τους διεφθαρμένους άρχοντες ή τους φαύλους υπηκόους ήταν καθημερινή του δραστηριότητα, γιατί είχε τη συνείδηση ότι ήταν και κοινωνικός εργάτης ταγμένος να καθαρίσει την κοινωνία με τρόπο δυναμικό. Κι όταν η αυστηρή του κριτική επέσυρε την οργή της ίδιας της διεφθαρμένης αυτοκράτειρας Ευδοξίας, ο ανυποχώρητος Ιεράρχης προτίμησε την απομάκρυνση από τον πατριαρχικό θρόνο και την εξορία παρά την υπαναχώρηση και τον συμβιβασμό.

Και οι τρεις Ποιμένες της Εκκλησίας παρουσιάστηκαν ως «προφήτες», που προτίμησαν τη δυναμική αναμέτρηση και τη σύγκρουση παρά την ησυχία του «μη θίγετε τα κακώς κείμενα».

 

Οι Τρεις Ιεράρχες υπήρξαν αναμφισβήτητα μοναχοί και αναχωρητές και έζησαν όλη τους τη ζωή λιτά και ασκητικά. Αποσύρθηκαν προσωρινά στην έρημο, όχι για να αποφύγουν τους κινδύνους και τις ευθύνες της κοσμικής ζωής, αλλά για να αυτοσυγκεντρωθούν, να προσευχηθούν και να εκτιμήσουν τις δυνάμεις τους. Ύστερα με μεγαλύτερη ορμή ξαναγύρισαν στον κόσμο, για να δώσουν το δυναμικό τους «παρών» στην πολύμοχθη και επικίνδυνη κοινωνική δράση, την οποία προτίμησαν από τη μόνωση της ερήμου ή την ησυχία του γραφείου τους. Ήξεραν καλά ότι το χριστιανικό κήρυγμα και ο ελληνικός λόγος σε καμιά περίπτωση δε συμβιβάζονται με την αδράνεια και τη στατικότητα, αλλά καλούν τους πιστούς σε πυρετώδη κίνηση και συνεχή δράση. Δεν περιορίστηκαν όμως μόνο να δείξουν με το δάχτυλο το δρόμο της αρετής, τον βάδισαν οι ίδιοι πρωτοπόροι και ύστερα κάλεσαν τους άλλους να τους ακολουθήσουν. Δίδασκαν με το έργο και τη ζωή τους, γεγονός που τους επέτρεπε να δίνουν τις κατευθυντήριες γραμμές και στα υπόλοιπα μέλη της Εκκλησίας.

Ποιος, αλήθεια, θα μπορούσε να αδιαφορήσει στην προσταγή του Μεγάλου Βασιλείου για εφαρμογή της έμπρακτης αγάπης προς τους φτωχούς αδελφούς του, όταν ήξερε ότι ο ίδιος ο Ιεράρχης μοίρασε στους φτωχούς τα υπάρχοντά του, αποποιήθηκε κάθε καλοπέραση για τον εαυτό του και μοιραζόταν την ανέχεια και τον πόνο ανάμεσα σε αρρώστους, φτωχούς και ξένους;

Ήταν δυνατό να απορρίψει κανείς τον Θεολόγο Γρηγόριο, όταν καθημερινά πιστοποιούσε τη φιλοπτωχία του και την επισφράγισε αφήνοντας με την υπέροχη διαθήκη του όλη του την περιουσία στους φτωχούς; ‘Η όταν, δείχνοντας ότι ξέρει καλά τις ανθρώπινες επιθυμίες και αδυναμίες, προτίμησε να παραιτηθεί από το πατριαρχικό αξίωμα, παρά να συντελέσει ―έστω και ακούσια― στην απώλεια του αγαθού της κοινωνικής ειρήνης;

Από την άλλη μεριά ήταν φυσικό να γίνουν πιστευτά όσα πρόσταζε το απαράμιλλο ρητορικό ταλέντο του Χρυσοστόμου, γιατί η ζωή του αποτελούσε εγγύηση για τη διδασκαλία του. Στρατευμένος στην υπηρεσία του ποιμνίου του έγινε ο πρόμαχος της δικαιοσύνης, ο επίτροπος και ο υπερασπιστής του λαού της πόλης του και αργότερα της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας. Οπλισμένος με μιαν αδιάφθορη τιμιότητα, ασχολήθηκε με τα κοινά, διοίκησε αμερόληπτα και επισφράγισε την κοινωνική του δράση με το κύρος της αγιότητάς του. Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνικής διδασκαλίας του, όπως και εκείνης του Μεγάλου Βασιλείου, ζωντανεύει από το αίσθημα της αγαθοεργίας και της προσέγγισης στον Χριστό. Η πίστη έδωσε στον Ιωάννη τη συνείδηση μιας άλλης μορφής παρουσίας: τον Χριστό να περιμένει τη λύτρωση από την πείνα και τις φυλακές, τον Χριστό να είναι παρών μέσα στον πιο ασήμαντο από τους αδελφούς του. Όλη τη διδασκαλία του τη συνόψιζε η ιδέα ότι η Ενανθρώπιση του Σωτήρα Χριστού ήταν μια πράξη αγάπης και συμπόνιας.

Ο Χριστός ήρθε, έζησε και πέθανε για τον καθένα. Η άποψη αυτή κυριαρχούσε στις ομιλίες του Χρυσοστόμου και τις έκανε εξίσου σημαντικές με τα πιο σύνθετα και αφηρημένα έργα του Μεγάλου Βασιλείου και του Γρηγορίου του Θεολόγου.

 

Σε μια εποχή που η πραγματική μόρφωση σπανίζει όλο και περισσότερο, σε μια εποχή που η παρρησία τείνει να γίνει μια άγνωστη αρετή, σε μια εποχή που χρειάζεται τα έργα μας πιο πολύ από τα λόγια μας, οι Τρεις Άγιοι Ιεράρχες και Οικουμενικοί Διδάσκαλοι μπορούν να αποτελέσουν φωτεινά παραδείγματα για τον καθένα μας.

Advertisements

About kdinas

Καθηγητής Γλωσσολογίας - Ελληνικής Γλώσσας και Διδακτικής της Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας
This entry was posted in Ομιλίες. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s