Γεωργίου Τσότσου, Ιστορική Γεωγραφία της Δυτικής Μακεδονίας. Το οικιστικό δίκτυο. 14ος – 17ος αιώνας

Κοζάνη 11 Απριλίου 2019

Καλησπέρα σας!

από πολύ μικρός αναρωτιόμουν βλέποντας εδώ ένα μεγάλο, εκεί ένα μικρότερο χωριό, παραπέρα μια πόλη, μετά πολλά χιλιόμετρα χωρίς κανέναν οικισμό, ποιος είναι ο λόγος αυτής της «ανισόρροπης», όπως τότε νόμιζα, κατανομής των ανθρώπων στον γεωγραφικό χώρο. Αργότερα, διαβάζοντας ιστορία και γεωγραφία, πήρα κάποιες απαντήσεις, αλλά εξακολουθούν και τώρα να με απασχολούν ερωτήματα όπως: με ποια κριτήρια οι άνθρωποι αποφάσισαν να χτίσουν το χωριό τους σ’ αυτή την πλαγιά του βουνού και όχι στην άλλη, σε μεγάλο ή μικρότερο υψόμετρο, κοντά ή μακριά από τη θάλασσα, κοντά ή μακριά από μεγάλους δρόμους. Έχω όμως κι άλλα ερωτήματα: πώς αποφασίζεται να χαραχθεί ή να φτιαχτεί ―παλιότερα― από τις επιλογές των χρηστών του ένας δρόμος, τι ρόλο παίζουν τα ποτάμια, οι λίμνες και οι θάλασσες σε όλον αυτό τον αγώνα του ανθρώπου να «τοποθετηθεί» στον χώρο.

Σε τέτοια και πολλά άλλα ερωτήματα έρχεται να απαντήσει το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα, που αντίστοιχό του στη θεματολογία δε συναντά κανείς πολύ συχνά: Ιστορική Γεωγραφία της Δυτικής Μακεδονίας. Το οικιστικό δίκτυο, του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Γεωργίου Τσότσου. 

Σε συνεννόηση με τον συνάδελφο Κώστα Καμπουρίδη, εγώ θα προσπαθήσω να διερευνήσω μαζί σας τις βασικές επιστημολογικές παραδοχές ενός τέτοιου βιβλίου κι εκείνος θα εστιάσει περισσότερο στη δομή και το περιεχόμενό του. Επομένως, σας καλώ να δείτε τις δυο εισηγήσεις συμπληρωματικά.

Ξεκινώ «διαβάζοντας» τον τίτλο του βιβλίου: Ιστορική Γεωγραφία. Δυστυχώς, στην ελληνική εκπαίδευση διαχρονικά η Ιστορία και η Γεωγραφία (σημειωτέον: στο γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα αποτελούν ενιαίο μάθημα) αποτελούσαν εντελώς διακριτά μαθήματα που σπάνια επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Κι όταν χρησιμοποιούσαμε ―όχι και πολύ συχνά― χάρτες στο μάθημα της ιστορίας, το κάναμε εντελώς επιφανειακά και χωρίς την αίσθηση ότι ο χώρος (αντικείμενο της γεωγραφίας) και ο χρόνος (αντικείμενο μελέτης της ιστορίας) συνιστούν μιαν αλληλένδετη ενότητα: τον χωροχρόνο. Αυτό έρχεται να μας δείξει το επιστημονικό πεδίο της Ιστορικής Γεωγραφίας, η οποία συνδέεται και με την πολεοδομία και τη χωροταξία. Ειδικότερα η πολεοδομία, ασχολούμενη με την τεχνική της επέμβασης του ανθρώπου στον αστικό χώρο, περιορίζεται στην κλίμακα της πόλης, ενώ η χωροταξία ενδιαφέρεται για την ευρύτερη περιφερειακή κλίμακα, χωρίς καμιά από δυο να μπορούν να προτείνουν εφικτές λύσεις, αν δεν ανατρέξουν στην αναλυτική γνώση του παρελθόντος του χώρου όπου καλούνται να επέμβουν. Σε μιαν απαραίτητη ιστορική προοπτική συνδέονται στενά με την Ιστορική Ανθρωπογεωγραφία, καθώς η μελέτη του φυσικού ιστορικού χώρου μιας περιφέρειας, όπου μέσα της αναπτύσσονται πολλοί οικισμοί, εντοπίζεται στον ιστορικό λειτουργικά οργανωμένο και κατασκευασμένο χώρο. 

Γενικεύοντας κάπως τα πράγματα θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Γεωγραφία, ως ένας ευρύς επιστημονικός κλάδος, καλύπτει και τη φυσική γεωγραφία, τη γεωγραφία της φύσης, αλλά και την ανθρωπογεωγραφία, που ως πεδίο των κοινωνικών επιστημών διερευνά τον κοινωνικό χώρο όχι μόνο μέσα από την οπτική των χρήσεων του εδάφους (πολεοδομία & χωροταξία), αλλά και σφαιρικά, καλύπτοντας το σύνολο των συνιστωσών της κοινωνίας, με επιμέρους κλάδους της την αστική, την περιφερειακή, την οικονομική, την πολιτική ή την πολιτισμική (ανθρωπο)γεωγραφία. Με την έννοια αυτή η ανθρωπογεωγραφία ασχολείται επίσης και με τους οικισμούς και τις συγκοινωνίες, μέσα από την οπτική του χώρου παράλληλα με τα κύρια ενδιαφέροντά της, που είναι οι ανθρώπινες εγκαταστάσεις ―και ειδικότερα το δίκτυο των οικισμών ή αλλιώς οικιστικό δίκτυο, η μελέτη του συγκοινωνιακού δικτύου σε σχέση με τον γεωγραφικό χώρο και οι εποικισμοί, που έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην πολιτιστική φυσιογνωμία ενός τόπου. Η ιστορική, τώρα, γεωγραφία, για να κλείνω με τη θεωρητική αυτή παρέκβαση, ασχολείται με τη μελέτη όλων όσα ανέφερα πιο πάνω στην ιστορική τους διαστάση, γι’ αυτό και ευφυώς αποκαλείται  «η γεωγραφία του παρελθόντος».

Όσον αφορά τη Δυτική Μακεδονία, έχω κι άλλες φορές τονίσει ότι είναι ένα γεωγραφικό διαμέρισμα που έχει δώσει πολλά στη χώρα μας και τον πολιτισμό της, διαπιστώνουμε όμως ότι δεν είναι καταγεγραμμένη και μελετημένη όσο θα της άξιζε σε σχέση με την προσφορά της. Το ίδιο διαπιστώνει κι ο συγγραφέας του βιβλίου θεωρώντας ότι είναι ίσως η λιγότερο ερευνημένη ελληνική περιοχή στην ιστορική και αρχαιολογική έρευνα. Οι λόγοι μπορεί να είναι πολλοί: η γεωγραφική απομόνωση του δυτικομακεδονικού χώρου, η απόστασή του από τα μεγάλα αστικά κέντρα, η ανεπάρκεια των ιστορικών πηγών, η έλλειψη ικανού αριθμού σημαντικών αρχαιολογικών μνημείων και επιφανειακών ευρημάτων. Η πενιχρή ιστορική γνώση για τους οικισμούς της Δυτικής Μακεδονίας αποτέλεσε έναν ακόμα αποτρεπτικό παράγοντα προς τους επιστήμονες για την εκπόνηση μελετών με ειδικό προσανατολισμό στην ιστορική γεωγραφία. 

Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντική η συμβολή τέτοιων έργων σαν αυτό που παρουσιάζουμε απόψε. Με τεκμήρια αντλημένα με ενδελεχή έρευνα στις ιστορικές πηγές ο συγγραφέας προσπαθεί να συνθέσει το μωσαϊκό των οικισμών της Δυτικής Μακεδονίας, αυτό που ο ίδιος αποκαλεί οικιστικό δίκτυο, και μάλιστα στη διαχρονία του, στην ιστορική τους διάσταση. Κι αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο, καθώς γνωρίζουμε ότι εκεί που σήμερα υπάρχει ένας οικισμός παλιότερα μπορεί να υπήρχε κάποιος μικρότερος ή και πολύ μεγαλύτερός του ή και να μην υπήρχαν καν κάτοικοι. Και βέβαια προσπαθεί με όλα τα δεδομένα των ιστορικών πηγών αλλά και τα μεθοδολογικά εργαλεία της επιστήμης που θεραπεύει να ερμηνεύσει αυτές τις διακυμάνσεις. 

Έτσι, λοιπόν, ο συγγραφέας, ξεκινώντας από έναν χωροταξικό καταρχάς προβληματισμό, μελέτησε το οικιστικό δίκτυο της Δυτικής Μακεδονίας και μάλιστα σε μια χρονική περίοδο πολύ σημαντική, καθώς τότε μπαίνουν οι βάσεις της σημερινής οικιστικής κατάστασης του χώρου ―και αναφέρομαι στην περίοδο από τον 14ο ως και τον 17ο αιώνα― ταυτόχρονα όμως και μια περίοδο που χαρακτηρίζεται ως σχετικά άγνωστη και «σκοτεινή» λόγω της έλλειψης επαρκών ιστορικών τεκμηρίων. 

Την περίοδο αυτή το βασικό οικιστικό δίκτυο της Δυτικής Μακεδονίας βαθμιαία μετασχηματίζεται από το υστεροβυζαντινό, με βασικούς οικισμούς την Καστοριά, τα Σερβία και τα Γρεβενά, σε αυτό της Μέσης Τουρκοκρατίας, ενσωματώνοντας όχι μόνο οικισμούς που αποτέλεσαν κέντρα της οθωμανικής διοίκησης, αλλά και ορεινούς και γεωγραφικά απομονωμένους οικισμούς, των οποίων η δημογραφική και οικονομική ευρωστία προκαλεί κάποιαν εντύπωση. 

Ο συγγραφέας μελέτησε την ανάπτυξη των οικισμών της Δυτικής Μακεδονίας τους «σκοτεινούς» αυτούς αιώνες γνωρίζοντας καλά ότι το οικιστικό δίκτυο είναι συνάρτηση των κοινωνικών μηχανισμών, ότι παράγεται από τον κοινωνικό και οικονομικό χώρο και ότι, τελικώς, «ο χώρος είναι η προβολή της κοινωνίας στο έδαφος» (Henri Lefebvre).  

Έτσι εξέτασε τη σχέση των οικισμών με το οικολογικό περιβάλλον και χρησιμοποίησε ως εργαλείο ανάλυσης του χώρου της Δυτικής Μακεδονίας την οικογεωγραφική ενότητα. Με τον όρο αυτόν εννοεί τις επιμέρους φυσικές περιοχές, είκοσι τον αριθμό, οι οποίες έχουν κοινά φυσικογεωγραφικά – οικολογικά χαρακτηριστικά και διαχωρίζονται μεταξύ τους με σαφή φυσικά όρια. Οι λεκάνες απορροής των ποταμών, για παράδειγμα, έχουν ως όρια τους υδροκρίτες, δηλαδή τις κορυφογραμμές διαχωρισμού των υδάτων απορροής ―αυτό που άκουγα από μικρός να λένε οι μεγάλοι «τα σύνορα του χωριού μας είναι από κει που τρέχουν τα νερά…». Άλλα κριτήρια ορισμού των οικογεωγραφικών ενοτήτων είναι ο διαχωρισμός τους από μεγάλους ποταμούς, η διάκρισή τους σε ορεινές και σε πεδινές με αναφορά στον ορεινό χώρο (με τις οροσειρές) και στον πεδινό (με τα υψίπεδα και τις κοιλάδες) αντίστοιχα. 

Οι οικισμοί αποτελούν σημεία στον γεωγραφικό χώρο, ενώ το οικιστικό δίκτυο μιας περιοχής συνιστά το οικιστικό πλέγμα, που είναι το σύνολο των οικισμών αλλά και των μεταξύ τους σχέσεων ως προς την κατανομή των λειτουργικών τους δραστηριοτήτων στον γεωγραφικό χώρο. Οι μεγαλύτεροι πληθυσμιακά  ή λειτουργικά σπουδαιότεροι οικισμοί συγκροτούν το πρωτεύον οικιστικό δίκτυο, ενώ οι μικρότεροι ή λιγότερο σημαντικοί λειτουργικά οικισμοί ανήκουν στο δευτερεύον οικιστικό δίκτυο.

Στον δυτικομακεδονικό χώρο στο πρωτεύον δίκτυο εντάσσονται από τον 15ο αι. η Καστοριά, τα Σέρβια, τα Γρεβενά, το Σισάνι και ο (αταύτιστος) Μολισκός, που αποτελούν έδρες τοπικών διοικητικών περιφερειών. Αργότερα (16ος – 17ος αι.), παρακμάζουν ή εξαφανίζονται τα Γρεβενά, το Σισάνι και ο Μολισκός, ενώ στο πρωτεύον δίκτυο εντάσσονται η Φλώρινα και η Χρούπιστα (Άργος Ορεστικό), παράλληλα δε αναπτύσσονται η Κοζάνη, η Σιάτιστα, η Σέλιτσα (Εράτυρα), η Κλεισούρα, η Κατράνιτσα (Πύργοι) και το Μπλάτσι (Βλάστη), οικισμοί αρχικά κτηνοτροφικοί που μετεξελίχθηκαν σε εμποροβιοτεχνικούς και, με αφετηρία τη μεγάλη κτηνοτροφία, ανέπτυξαν τη βιοτεχνία, το εμπόριο και τις αποδημίες προς τις ευρωπαϊκές χώρες. 

Με την καθιέρωση του τιμαριωτικού συστήματος κατά τον 15ο και τις αρχές του 16ου αι. στην οθωμανική αυτοκρατορία δημιουργήθηκε ένας ενιαίος κοινωνικο-οικονομικός χώρος. Όλοι οι οικισμοί πλέον ανήκουν σε τιμάρια σπαχήδων με κύρια απασχόληση των κατοίκων τη γεωργία, ενώ πληθυσμιακά οι ορεινοί οικισμοί είναι μικρότεροι από τους πεδινούς. Ο εποικισμός των Γιουρούκων Τούρκων από τη Μικρά Ασία, που συνεχίζεται μέχρι και τον 17ο αι., άλλοι μουσουλμανικοί εποικισμοί καθώς και οι τοπικοί εξισλαμισμοί του 17ου αι. προκαλούν αναστατώσεις στο οικιστικό δίκτυο με  τοπικής κλίμακας μετακινήσεις πληθυσμών. 

Την ίδια εποχή ορεινοί οικισμοί της Πίνδου, όπως η Σαμαρίνα και η Σμίξη, γεωργικοί αυτοκαταναλωτικοί αρχικά μικροί οικισμοί σε χαμηλότερες θέσεις από τις σημερινές, από τον 16ο αι. αναπτύσσουν μεγάλη κτηνοτροφία και οικοτεχνία. Επιβεβαιώνεται, παράλληλα, με τεκμήρια η ύπαρξη ήδη από τον 15ο αι. οικισμών που άνθισαν οικονομικά και πολιτιστικά κατά τον 18ο-19ο αι., όπως η Σιάτιστα, η Σέλιτσα (Εράτυρα), το Βογατσικό, η Κλεισούρα, η Νέβεσκα (Νυμφαίο), η Κατράνιτσα (Πύργοι) κ.ά., όλοι τους ενταγμένοι στο τιμαριωτικό σύστημα χωρίς ιεραρχική κατάταξη στο οικιστικό δίκτυο.

Από τα μέσα του 16ου αι., με την παρακμή της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ο ενιαίος κοινωνικο-οικονομικός χώρος αρχίζει πάλι να διχοτομείται σε πεδινό και ορεινό. Στον πεδινό χώρο οι πληθυσμοί, μουσουλμανικοί και χριστιανικοί, ασχολούνται με την πρωτογενή παραγωγή παρουσιάζοντας οικονομική και πνευματική στασιμότητα. Αντίθετα, οι χριστιανικοί πληθυσμοί του ορεινού χώρου, ασχολούμενοι με την πρωτογενή, δευτερογενή αλλά και τριτογενή παραγωγή, γνωρίζουν σημαντική οικονομική και πνευματική ανάπτυξη, προοιωνίζοντας την επερχόμενη τον 18ο αιώνα αστικοποίηση κάποιων από αυτούς. Ο ορεινός δυτικομακεδονικός χώρος ήταν ήδη εποικισμένος κατά τον 15ο αιώνα (πιθανώς από τη βυζαντινή περίοδο) και αραιότερα κατοικημένος από τον πεδινό. Η άνθιση, όμως, των οικισμών αυτών μετά τα μέσα του 16ου αι. με την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας και της βιοτεχνίας των κτηνοτροφικών ειδών, τον εκχρηματισμό της οικονομίας και την ανάπτυξη του εμπορίου μπορεί να προκλήθηκε και από την, αμφισβητούμενη από πολλούς, καταφυγή πληθυσμών στα ορεινά με σκοπό την αποφυγή συγχρωτισμού τους με τον Οθωμανό κατακτητή.

Το συγκοινωνιακό, τέλος, οδικό δίκτυο της Δυτικής Μακεδονίας την περίοδο του 14ου-17ου αι. εξυπηρετεί τον κοινωνικοοικονομικό χώρο, οι μεταβολές του οποίου επηρεάζουν και το οικιστικό αλλά και το συγκοινωνιακό δίκτυο. Έτσι η σημαντική ανάπτυξη των Ιωαννίνων στα νοτιοδυτικά του δυτικομακεδονικού χώρου προσδίδει βαρύνουσα σημασία στον δρόμο Βέροια – Κοζάνη – Γρεβενά – Μέτσοβο – Ιωάννινα, την «Εγνατία της Τουρκοκρατίας», που συμπίπτει και με τη σημερινή Εγνατία. Η επικοινωνία, απ’ την άλλη, των Καστοριανών και Σιατιστινών εμπόρων με τα λιμάνια της Αδριατικής έχει ως αποτέλεσμα, στα τέλη του 17ου αι., την αύξηση της κυκλοφορίας στον δρόμο Καστοριάς – Κοριτσάς. Το ίδιο διάστημα (β’ μισό 17ου αι.), αναπτύσσονται προς μια εμποροβιοτεχνική κατεύθυνση και αστικοποιούνται στη συνέχεια και οι ορεινοί και ημιορεινοί οικισμοί με ευνοϊκή θέση στο οδικό δίκτυο περισσότερο από τους αντίστοιχους μη ευνοημένους, οι οποίοι παραμένουν στην ανάπτυξη της κτηνοτροφίας και οικοτεχνίας. 

Όλη αυτή η σημαντική εργασία του Γιώργου Τσότσου, που εκτείνεται σε 616 σελίδες, έχει πίσω της επίμοχθη έρευνα σε ελληνικά και οθωμανικά αρχεία, σε οδοιπορικά, σε χάρτες, στην τοπική προφορική παράδοση, αλλά και στις δικές του παρατηρήσεις από την μακροχρόνια επιτόπια έρευνα στον χώρο μελέτης. Έτσι κατάφερε να εντοπίσει τη θέση των οικισμών ανά επιμέρους χρονική περίοδο και να εξετάσει την κοινωνική οργάνωση, την οικονομική ανάπτυξη, τη διοικητική και εκκλησιαστική διάρθρωση, την ιεράρχηση του οικιστικού δικτύου και τη σχέση του με το συγκοινωνιακό δίκτυο. Φρόντισε επίσης να οπτικοποιήσει τα πορίσματα της μελέτης του σε πίνακες, διαγράμματα και 25 «χειροποίητους» χάρτες, που μετασχηματίζουν τις ιστορικές πηγές σε χωρικές οντότητες, που «προβάλλουν την κοινωνία στο έδαφος».

Τον ευχαριστούμε για την επιλογή της μελέτης και τον συγχαίρουμε για το αποτέλεσμα.

Σας ευχαριστώ!

About kdinas

Καθηγητής Γλωσσολογίας - Ελληνικής Γλώσσας και Διδακτικής της Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας
This entry was posted in Βιβλιοπαρουσιάσεις. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s