Ανακοίνωση Μεταπτυχιακού Προγράμματος

Το Τμήμα Νηπιαγωγών της Παιδαγωγικής Σχολής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, στο πλαίσιο της λειτουργίας του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών στις «Επιστήμες της Αγωγής» (ΦΕΚ 1409 τ. Β΄/3-6-2014)

καλεί τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν αίτηση για το ακαδημαϊκό έτος 2014-2015 στις εξής κατευθύνσεις:

Διδασκαλία της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (σαράντα θέσεις) τα μαθήματα θα γίνονται αποκλειστικά στην ελληνική γλώσσα (http://www.nured.uowm.gr/didaskalianeasellinikis)

Δίγλωσση Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση − Bilingual Special Education (σαράντα θέσεις), τα μαθήματα θα γίνονται στην ελληνική ή και αγγλική γλώσσα

Σημειωτική και Επικοινωνία −Semiotics and Communication (σαράντα θέσεις), τα μαθήματα θα γίνονται στην ελληνική ή και αγγλική γλώσσα

Advertisements
Posted in Γλωσσολογικά | Σχολιάστε

Γιάννη Γκλαβίνα, Οι Μουσουλμανικοί πληθυσμοί στην Ελλάδα (1912-1922). Από την ενσωμάτωση στην ανταλλαγή

Παρουσίαση Σάββατο 27 Απριλίου 2014

Αγαπητοί προσκεκλημένοι,

η παρουσίαση ενός βιβλίου συνιστά το τέρμα μιας διαδρομής και το επιστέγασμα μιας πορείας, η οποία κρύβει πολλή αγωνία και μόχθο από την πλευρά του συγγραφέα αλλά και την ανοχή και συμ-πάθεια των ανθρώπων του στενού του περιβάλλοντος. Έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας κύησης και ενός τοκετού. Είναι όμως και μια στιγμή χαράς και περηφάνιας, την οποία ο συγγραφέας θέλει να μοιραστεί με φίλους και γνωστούς. Αυτή τη διαδρομή ολοκληρώνει σήμερα κι ο Γιάννης Γκλαβίνας και τη χαρά του αυτή μοιραζόμαστε μαζί του όλοι όσοι είμαστε απόψε εδώ. 

Η παρουσίαση ενός ιστορικού ―αυστηρώς επιστημονικού έργου― έχει κάποιες ιδιαιτερότητες, τις οποίες οφείλει να σεβαστεί όποιος καταπιάνεται με την όχι και πολύ εύκολη υπόθεση να μιλήσει γι’ αυτό ―σε ανθρώπους μάλιστα που δεν το έχουν διαβάσει. Αν επρόκειτο για πολιτικό βιβλίο, σαν αυτά που κάθε πολιτικός αισθάνεται τη σχεδόν αυτονόητη υποχρέωση να γράψει συνήθως όταν αποχωρεί από μια πολιτική θέση, τα πράγματα είναι πολύ απλά: καλεί κάποιους πολιτικούς του φίλους ή ―ακόμα καλύτερα― αντιπάλους, λένε όλοι τους κάποιες γενικότητες περί του θέματος που διαπραγματεύεται το βιβλίο ―χωρίς τις πιο πολλές φορές να το έχουν διαβάσει, πλέκουν εκ του ασφαλούς πλέον και το εγκώμιο του συγγραφέα του και φεύγουν όλοι ευχαριστημένοι.

Δεν είναι καθόλου έτσι με ένα επιστημονικό έργο. O επιστήμονας-συγγραφέας του μετά από κοπιώδη έρευνα σε αρχεία και βιβλιοθήκες έχει αποφασίσει να παρουσιάσει το υλικό του θέματός του με κάποιον τρόπο και έχει καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, τα οποία θεωρεί χρέος του να δημοσιοποιήσει στο κοινό του. Ο παρουσιαστής του βιβλίου οφείλει σεβόμενος τον κόπο του συγγραφέα να μείνει πιστός σ’ αυτά, να τα παρουσιάσει ―συνοπτικά μεν αλλά με σχετική πληρότητα― και να διατυπώσει ασφαλώς και τις δικές του κρίσεις βοηθώντας έτσι τους ακροατές του και πιθανούς αναγνώστες του βιβλίου να σχηματίσουν μια ολοκληρωμένη άποψη και για το βιβλίο που παρουσιάζει αλλά και για το επιστημονικό θέμα με το οποίο καταπιάνεται, το οποίο συνηθέστατα δεν είναι οικείο στο κοινό που απευθύνεται.

Όπως καταλάβατε με όλα αυτά προσπαθώ να κερδίσω την εύνοιά σας, καθώς δεν είμαι ο πλέον ειδικός να σας παρουσιάσω απόψε ένα βιβλίο ιστορικού περιεχομένου που να αφορά μάλιστα τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς στην Ελλάδα. Δε μου ήταν όμως δυνατό να αρνηθώ την τιμητική πρόταση του Γιάννη να είμαι ένας από τους παρουσιαστές του βιβλίου του στη γενέτειρα χώρα για έναν επιπλέον λόγο: ως πρόεδρος της Εταιρείας Δυτικομακεδονικών Μελετών ήθελα να σηματοδοτήσω με την αποψινή μου παρουσία την απόφαση που έχουμε λάβει ως επιστημονική εταιρεία να στηρίζουμε και να αναδεικνύουμε τις εργώδεις  προσπάθειες των μελών μας να καταγραφούν ο καθένας επιστημονικά στον δικό του χώρο. Όταν μάλιστα πρόκειται για νέους και φερέλπιδες επιστήμονες, όπως ο Γιάννης Γκλαβίνας, το χρέος αυτό είναι διπλό, καθώς εμείς οι παλιότεροι πρέπει να αρχίζουμε να τους παραδίδουμε την επιστημονική σκυτάλη.

Με την ιστορία ―ομολογώ― έχω ιδιαίτερη αγάπη και ρουφώ κυριολεκτικά καλογραμμένα βιβλία με τέτοιο περιεχόμενο, καθώς ήταν για μένα η πρώτη επιλογή, πριν στραφώ στη Γλωσσολογία ―μετά μάλιστα από παρότρυνση του καθηγητή μου της Νεοελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο. Το βιβλίο όμως που παρουσιάζουμε απόψε απαιτεί κυρίως την έμπειρη ματιά ειδικών, που είναι βαθείς γνώστες του θέματος που πραγματεύεται το βιβλίο. Για τον λόγο αυτό το κύριο βάρος της παρουσίασης έχει αναλάβει ο εκλεκτός συνάδελφος και φίλος Κώστας Καμπουρίδης, για πολλά χρόνια διευθυντής του Ιστορικού Αρχείου Κοζάνης και ειδικός οθωμανολόγος. Προσωπικά θα περιοριστώ σε μια γενική παρουσίαση των περιεχομένων του βιβλίου και μια σύντομη αναφορά στις σχέσεις των μουσουλμανικών πληθυσμών του ελλαδικού χώρου με τους χριστιανούς γηγενείς και τους πρόσφυγες.

Το βιβλίο αφορά τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς στην Ελλάδα με τον διευκρινιστικό υπότιτλο: από την ενσωμάτωση στην ανταλλαγή. Ποιοι είναι, λοιπόν, αυτοί οι πληθυσμοί; Όπως μας εξηγεί στον πρόλογό του ο συγγραφέας, «πρόκειται για την πολυπληθέστερη μειονοτική ομάδα που είχε ενταχθεί στο ελληνικό εθνικό κράτος, τον μουσουλμανικό πληθυσμό των ελληνικών Νέων Χωρών, ο οποίος τελικά μετανάστευσε σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης περί Ανταλλαγής Πληθυσμών της Λωζάννης». 

Όπως έχει συμβεί και με άλλα κεφάλαια της ελληνικής ιστορίας, η ιστορία της πολυπληθέστατης αυτής μειονότητας ειδικά την περίοδο 1912-1923 τοποθετήθηκε “κάτω από το χαλί” της συλλογικής ιστορικής μας μνήμης. Κι ο λόγος είναι ότι στην Ελλάδα η ανταλλαγή των πληθυσμών προσεγγίστηκε μονόπλευρα και σχεδόν αποκλειστικά υπό το πρίσμα της τραγωδίας του Ελληνισμού της Εγγύς Ανατολής και των προσπαθειών αποκατάστασής του στη νέα πατρίδα. Ήταν το μέγεθος της τραγωδίας που πολύ συχνά δεν ευνοούσε ψύχραιμες κρίσεις για την ιστορία της περιόδου και εξαιτίας αυτού παρέβλεπε ζητήματα που αφορούσαν το άλλο σκέλος της ανταλλαγής, τους μουσουλμάνους των ελληνικών Νέων Χωρών, για τους οποίους η ανταλλαγή των πληθυσμών υπήρξε το ίδιο επώδυνη πολιτική επιλογή. Διαβάζοντας το βιβλίο θυμήθηκα αυτό που ανεκδοτολογικά διηγούνταν συχνά ο πατέρας μου για τους Βαλαάδες, τους ελληνόφωνους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Δυτικής Μακεδονίας: «Οι χριστιανοί συντοπίτες και φίλοι τους τους πείραζαν, έλεγε, καθώς, όταν αναχωρούσαν από την Τόριστα, τη σημερινή Ποντινή των Γρεβενών, για να πάνε να υπηρετήσουν στον οθωμανικό στρατό δεν ήξεραν ούτε μία τουρκική λέξη. Με την επιστροφή τους, λοιπόν, τους ρώτησαν: “Μάθατε τούρκικα;” “Ναι, απάντησαν αυτοί. Το ζεστό ψωμί το λέμε ‘σιτζιάκ’”. “Και το κρύο;”, επέμεναν τα πειραχτήρια. “Μα, μήπως το αφήναμε να κρυώσει;”». Κι έπρεπε να φτάσω στα πενήντα, για να διαβάσω ότι μέσα στους ανταλλάξιμους υπήρξαν και βλαχόφωνοι μουσουλμάνοι της περιοχής της Αριδαίας, οι γνωστοί ως Καρατζοβαλήδες. Διαβάζοντας το βιβλίο του Γιάννη έμαθα ότι υπήρχαν και αρκετοί σλαβόφωνοι μουσουλμάνοι στους νομούς Φλώρινας, Καστοριάς και Πέλλας, όπως ασφαλώς και αλβανόφωνοι, οι οποίοι εξαιρέθηκαν της ανταλλαγής. Το εθνολογικό αυτό παζλ του μουσουλμανικού πληθυσμού της Μακεδονίας συμπληρώνεται με Αθίγγανους, κυρίως στους νομούς Θεσσαλονίκης και Δράμας, ακόμα και με Εβραίους της Θεσσαλονίκης, γνωστούς ως Ντονμέδες.

Όταν, επομένως, οι λεγόμενες Νέες Χώρες ενσωματώθηκαν μετά το 1912 στο ελληνικό Βασίλειο ήταν πολύ φυσικό να φέρουν την ελληνική διοίκηση αντιμέτωπη με ποικίλες μειονοτικές ομάδες, θρησκευτικές, εθνικές, γλωσσικές, με πολυπληθέστερη από αυτές τους μουσουλμάνους. Βέβαια η κυρίαρχη εθνική αφήγηση του παρελθόντος, που θέλει τα πάντα να είναι μόνο ελληνικά και χριστιανικά και -αν είναι δυνατόν- να διαδραματίζονται κάτω από την Ακρόπολη, στη δεσπόζουσα εθνική ιστοριογραφία την ιστορία του εθνικά, γλωσσικά και θρησκευτικά «άλλου» την αντιμετωπίζει με έναν τρόπο που προκαλεί αρνητικά σύνδρομα και φοβίες για την ποικιλία και την ετερότητα.

Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια στροφή στην ελληνική ιστοριογραφία προς μια κατεύθυνση που θυμίζει αυτό που ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός πριν διακόσια χρόνια προέτρεπε: «Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι Αληθές». Έτσι άρχισαν να συζητιούνται χωρίς εθνικές ενοχές θέματα ως τώρα περιθωριοποιημένα, όπως οι ανταλλάξιμοι μουσουλμάνοι, που αρχίζουν να ανακαλύπτονται δειλά δειλά από την ελληνική κοινωνία μέσω επιστημονικών μελετών, αλλά και μέσω της λογοτεχνικής παραγωγής. Η γειτονική αυτή συμφιλίωση προβάλλεται και μέσα από την ανάδειξη των σχέσεων μουσουλμάνων Τούρκων και χριστιανών Ελλήνων ως θέμα τηλεοπτικών σειρών. Το μεγαλύτερο μέρος, βέβαια, αυτού του ενδιαφέροντος προσέλκυσε η περίπτωση των μουσουλμάνων της Κρήτης, των επονομαζόμενων Τουρκοκρητικών. Αλλά και στην άλλη πλευρά του Αιγαίου η τουρκική βιβλιογραφία ασχολείται πλέον με την παρουσία των ελληνικών κοινοτήτων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, το δράμα του ξεριζωμού και για τις δύο πληθυσμιακές ομάδες και τη ζωή των μουσουλμάνων ανταλλαξίμων στις παλιές και στις νέες πατρίδες τους, αποδεσμευόμενη πλέον μετά το 1990 από την παράδοση της επίσημης εθνικιστικής Ιστορίας.

Μετά την εκτενή αυτή εισαγωγή και προσωπική μου τοποθέτηση στο θέμα για το οποίο σήμερα συζητάμε σας δίνω ένα πολύ αδρό περίγραμμα των διαλαμβανόμενων στο βιβλίο του κ. Γιάννη Γκλαβίνα, το οποίο αποτελεί αναμόρφωση και επαυξημένη έκδοση της διδακτορικής του διατριβής. Όπως ο ίδιος μας λέει, αποσκοπεί να αναδείξει βασικές πτυχές της παρουσίας του μουσουλμανικού πληθυσμού στο ελληνικό κράτος την περίοδο από την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων έως την Ανταλλαγή των Πληθυσμών. Τα δύο αυτά χρονικά όρια (1912 και 1923) σηματοδοτούν την ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος μιας μεγάλης μουσουλμανικής μειονότητας και τη μετανάστευσή της στην Τουρκία, εκτός βέβαια των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης και περιοχών της Ηπείρου. Ο σκοπός που τέθηκε εξαρχής ήταν να ερευνηθούν οι αλληλεπιδράσεις που προέκυπταν από δύο ζεύγη σχέσεων: της μουσουλμανικής μειονότητας με την ελληνική διοίκηση και της μουσουλμανικής μειονότητας με τον χριστιανικό ντόπιο ή προσφυγικό πληθυσμό. Το βασικό ερώτημα που καλούνταν να απαντήσει η έρευνα για τις παραπάνω σχέσεις αφορούσε το πώς αντιμετωπίστηκε ο πρώην αλλόδοξος «δυνάστης» και συνώνυμο του εχθρού του Ελληνισμού από τους φορείς της ελληνικής κεντρικής και τοπικής εξουσίας καθώς και από τους ντόπιους χριστιανούς πρώην ραγιάδες και από τους χριστιανούς πρόσφυγες, θύματα των νεοτουρκικών ή κεμαλικών διώξεων. Επιπλέον, ερευνήθηκε κατά πόσο τα δύο αυτά ζεύγη σχέσεων που περιγράφηκαν παραπάνω επηρεάστηκαν από γεγονότα μιας περιόδου γεμάτης ανακατατάξεις και εντάσεις, με κυριότερα τις πολεμικές συγκρούσεις (Βαλκανικοί Πόλεμοι, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και Μικρασιατική Εκστρατεία), την πολιτική διαμάχη του Εθνικού Διχασμού και τις επιδιώξεις της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.  

Η εργασία αποτελείται από τέσσερις ενότητες: 

Στην πρώτη με τίτλο: ΤΑ ΠΛΗΘΥΣΜΙΑΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ υπάρχουν δύο κεφάλαια, το πρώτο αφορά τη Γεωγραφική κατανομή και πληθυσμιακή δύναμη του                              μουσουλμανικού στοιχείου της Ελλάδας στη Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Θράκη, τα Νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, την Κρήτη και τη Θεσσαλία, και το δεύτερο αναφέρεται στα μεταναστευτικά ρεύματα των μουσουλμανικών πληθυσμών την περίοδο 1912-1923. Πιο συγκεκριμένα, τη μετανάστευση και τις αιτίες της την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων (1914-1915), τις πρακτικές και τις αντιλήψεις τής ελληνικής διοίκησης έναντι της μουσουλμανικής μετανάστευσης, την παλιννόστηση του μουσουλμανικού πληθυσμού στις Νέες Χώρες και τα μεταναστευτικά ρεύματα μουσουλμάνων από και προς τη Σερβία και τη Βουλγαρία. Όπως φαίνεται, υπήρχε μεγάλη κινητικότητα στα Βαλκάνια την περίοδο που συζητάμε.

Η δεύτερη ενότητα, που είναι και η μεγαλύτερη, έχει τίτλο: ΤΟ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΣΤΙΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ και αποτελείται από έξι κεφάλαια. Το πρώτο αφορά το νομικό καθεστώς των μουσουλμάνων της Ελλάδας, όπως καταγράφεται μέσα από τις διεθνείς συνθήκες, και τη νομική αντιμετώπισή τους από το ελληνικό κράτος. Το δεύτερο ασχολείται με την πολιτική του ελληνικού κράτους σε σχέση με τη μουσουλμανική γαιοκτησία την περίοδο αυτή (1912-1923). Μερικά θέματα που συζητιούνται στο κεφάλαιο αυτό είναι το καθεστώς των μουσουλμανικών κτημάτων από την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων ως την υπογραφή της Σύμβασης των Αθηνών· η μουσουλμανική γαιοκτησία υπό την επίδραση του προσφυγικού   προβλήματος και της έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις την περίοδο 1914-1915· τα μουσουλμανικά κτήματα σε σχέση με την εξωτερική πολιτική και τις εκλογικές σκοπιμότητες από την πλευρά της κυβέρνησης Βενιζέλου την περίοδο 1919-1920 και κατά την περίοδο των αντιβενιζελικών κυβερνήσεων (1920-1922) και, τέλος, τα μουσουλμανικά κτήματα ως ανταλλάξιμη περιουσία την περίοδο 1922-1923. Το τρίτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στην εκλογική συμπεριφορά των μουσουλμάνων και την είσοδο μουσουλμάνων βουλευτών στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Όπως είναι εύκολα κατανοητό, η μουσουλμανική ψήφος είχε πολλούς «μνηστήρες» και η μουσουλμανική μειονότητα ανέδειξε τους δικούς της κομματάρχες. Τα πράγματα, βλέπετε, δεν έχουν αλλάξει και πολύ από τότε για τη συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα. Το τέταρτο κεφάλαιο αναφέρεται στην εκπαίδευση των μουσουλμάνων στο πλαίσιο των αντιλήψεων και των πρακτικών της ελληνικής διοίκησης σε μια προσπάθεια γλωσσικής και εθνικής αφομοίωσης μέσω της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας στα μουσουλμανικά σχολεία, μια πρακτική που ακολουθήθηκε μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας το 1912 σε μεγάλη έκταση και στους ξενόφωνους πληθυσμούς της, κυρίως τους σλαβόφωνους, αλλά και τους αλβανόφωνους και βλαχόφωνους. Το πέμπτο κεφάλαιο ασχολείται με τον ρόλο των μουσουλμάνων στον ελληνικό προπαγανδιστικό μηχανισμό την περί ης ο λόγος περίοδο (1912-1923). Το έκτο και τελευταίο κεφάλαιο της δεύτερης ενότητας έχει περισσότερο κοινωνιολογικό χαρακτήρα, π.χ. ο μουσουλμάνος υπήκοος στις αντιλήψεις των φορέων της τοπικής και της κεντρικής εξουσίας, αλλά και πιο πρακτικό και εφαρμοσμένο περιεχόμενο, π.χ. ποιες οι ενδεδειγμένες πολιτικές πρακτικές για τους μουσουλμάνους υπηκόους και πώς οι πιο πάνω αντιλήψεις θα εφαρμοστούν από την ελληνική διοίκηση στην πράξη.

Η τέταρτη ενότητα του βιβλίου έχει τίτλο: ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ ΜΙΑΣ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΣΕ ΕΝΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ. Στην ενότητα αυτή ο συγγραφέας ασχολείται με τις κοινωνικές δομές και την οργάνωση του μουσουλμανικού πληθυσμού με ιδιαίτερη αναφορά στην κοινωνική διαστρωμάτωση και τις επαγγελματικές δραστηριότητες του μουσουλμανικού πληθυσμού της Ελλάδας και την οργάνωση και λειτουργία των μουσουλμανικών κοινοτήτων της Ελλάδας.

Άφησα για το τέλος, για να κλείσω μ’ αυτήν, την τρίτη ενότητα του βιβλίου, που είναι αφιερωμένη σε ένα κατά τη γνώμη μου πολύ σημαντικό και λίγο συζητημένο θέμα, τις ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΩΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ ΓΗΓΕΝΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ. Το πρώτο κεφάλαιο αφορά τους ντόπιους χριστιανούς και τους μουσουλμάνους γείτονές τους στις Νέες Χώρες και το δεύτερο τους χριστιανούς πρόσφυγες και τους μουσουλμάνους γείτονές τους αντίστοιχα. Είναι χαρακτηριστικό ότι και τα δύο δίπολα πέρασαν μέσα από σχέσεις σύγκρουσης αρχικά, για να οδηγηθούν στη συνέχεια σε αρμονική συνύπαρξη.

Οι σχέσεις των ντόπιων χριστιανών και των μουσουλμάνων των Νέων Χωρών την περίοδο 1912-1923 δεν ήταν μονοδιάστατες. Ο υπό διαμόρφωση εθνικισμός του χριστιανικού πληθυσμού, ο εκατέρωθεν θρησκευτικός φανατισμός, η έξαρση του μεγαλοϊδεατισμού, οι πολεμικές συγκρούσεις και οι κομματικές αντιπαραθέσεις δεν κατέστρεψαν ολοκληρωτικά τους δεσμούς ειρηνικής συνύπαρξης που είχαν δημιουργηθεί με το πέρασμα των αιώνων ανάμεσα στους ετερόθρησκους πληθυσμούς των Βαλκανίων. Ωστόσο, συχνά και ―ιδιαίτερα τη συγκεκριμένη δεκαετία― οι δύο κοινότητες βρίσκονταν σε αντίπαλα στρατόπεδα με την αντιπαράθεση και τη βία να είναι αναπόφευκτα. Σύγκρουση και αρμονική συμβίωση συνυπήρχαν και χαρακτήριζαν εξίσου το πλέγμα των σχέσεων χριστιανών και μουσουλμάνων. 

Όσον αφορά τώρα τις σχέσεις των προσφύγων με τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς των Νέων Χωρών τα πράγματα είναι ακόμη πιο σύνθετα. Καταρχάς η εγκατάσταση του προσφυγικού πληθυσμού από τις υπηρεσίες του ελληνικού κράτους έγινε κατά κύριο λόγο στις επαρχίες των Νέων Χωρών, όπου συγκεντρωνόταν ο μουσουλμανικός πληθυσμός, με στόχο να εκμεταλλευτούν τις περιουσίες όσων εγκατέλειψαν το ελληνικό έδαφος ή επρόκειτο να ανταλλαχθούν. Έτσι, η πλειονότητα των προσφύγων της περιόδου 1912-1914 εγκαταστάθηκε στη Μακεδονία. Η συγκατοίκηση των χριστιανών προσφύγων με τους μουσουλμάνους και τις άλλες μειονότητες στο ίδιο χωριό, ακόμα και στο ίδιο σπίτι, προκάλεσε εντάσεις στις σχέσεις των δύο πληθυσμιακών στοιχείων. Σε γενικές γραμμές, οι πρόσφυγες θεωρούσαν τους μουσουλμάνους της Ελλάδας υπεύθυνους για τον διωγμό που υπέστησαν, ενώ, από την άλλη πλευρά, και οι μουσουλμάνοι συνέδεαν τους πρόσφυγες με κάθε είδους πιέσεις που υφίσταντο. Ο γενικός διοικητής Θράκης το 1923 περιγράφει πολύ εύστοχα τις σχέσεις μουσουλμάνων και προσφύγων: «Οι πρόσφυγες έβλεπαν στους μουσουλμάνους την αφορμή της δυστυχίας τους χωρίς να διακρίνουν ευθύνες, ενώ οι μουσουλμάνοι έβλεπαν στους πρόσφυγες την αφορμή της κακοδαιμονίας τους».     

Οι δυσκολίες των ανταλλαξίμων στις νέες εστίες τους και η νοσταλγία για τις χαμένες πατρίδες δημιούργησαν σε Ελλάδα και Τουρκία μια ιδιαίτερη προσφυγική ταυτότητα, διακριτή από τον υπόλοιπο πληθυσμό, ένα αίσθημα περηφάνιας γι’ αυτήν και αλληλεγγύης απέναντι στους πρόσφυγες από την ίδια περιοχή. Ίσως αυτή η νοσταλγία και η εξιδανίκευση παραγκωνίζουν σε ένα βαθμό στις αναμνήσεις των ανταλλαξίμων την ένταση στις σχέσεις με τους χριστιανούς ή τους μουσουλμάνους γείτονες. Όπως παραγκωνίζεται και από την επίσημη εθνική ιστορία των δύο κρατών αυτή η πλευρά της ιστορίας, που δε συμβαδίζει με τη σκιαγράφηση της εικόνας του εθνικού εχθρού με τα μελανότερα χρώματα. 

Κλείνοντας την λίγο εκτενέστερη παρουσίαση της ενότητας αυτής θα ήθελα να προσυπογράψω με έμφαση την καταληκτική παρατήρηση του συγγραφέα: «Όταν κανείς προσεγγίζει τις διαδικασίες διαμόρφωσης εθνικών ταυτοτήτων και εθνικών κρατών από κάτω προς τα πάνω, δηλαδή επικεντρώνοντας στην αντίληψη αυτών των διαδικασιών από αυτούς που τις υφίστανται και όχι από αυτούς που τις επιβάλλουν –κυβερνήσεις ή ηγετικές ομάδες, τότε οι εθνικοί μύθοι διαλύονται και η «εποποιία» της εθνογένεσης τοποθετείται στην πραγματική διάστασή της».

Αγαπητοί φίλοι,

με το βιβλίο του ο κ. Γιάννης Γκλαβίνας μας έδωσε ένα ακόμα δείγμα της αθόρυβης αλλά ουσιαστικής δουλειάς που συντελείται από τη συχνά αδίκως λιθοβολούμενη επιστημονική μας κοινότητα. Αναζήτησε με κόπο τις πηγές, τις αξιοποίησε και τις ερμήνευσε με βάση την επιστημονική δεοντολογία και με τα ερμηνευτικά εργαλεία που του δίνει η επιστήμη του. Στην Ελλάδα, όπου όλοι -δυστυχώς- μιλούν αβασίμως για τα πάντα, οι επιστήμονες έρχονται να υποστηρίξουν τις απόψεις τους με τα ιστορικά τεκμήρια. 

Νομίζω ότι εκφράζω όλους σας συγχαίροντας και ευχαριστώντας τον κ. Γκλαβίνα για το πόνημά του, που μας ενθαρρύνει και ως Εταιρεία Δυτικομακεδονικών Μελετών να συνεχίσουμε τη δουλειά μας, καθώς έχουμε να δώσουμε πολλά ακόμη στον τόπο με το επιστημονικό μας έργο.

Σας ευχαριστώ

Posted in Βιβλιοπαρουσιάσεις | Σχολιάστε

Η βλάχικη γλώσσα

Προσκεκλημένος της εκπομπής Βάλεα Κάλντα στη Βέροια. Ομιλία στη Αίθουσα της Μητρόπολης Βεροίας και Ναούσης:

Η ΒΛΑΧΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ Αρχείο Νο1

Η ΒΛΑΧΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ Αρχείο Νο2

Η συζήτηση που ακολούθησε

Η ΒΛΑΧΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ Αρχείο Νο3

Συνέχεια της συζήτησης που ακολούθησε

Posted in Βλαχολογικά | Σχολιάστε

Σεμινάριο Κριτικού Γραμματισμού

Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας – Εργαστήριο Μελέτης της Γλώσσας και των Προγραμμάτων Γλωσσικής Διδασκαλίας

Ο Κριτικός Γραμματισμός αποτελεί την πιο σύγχρονη γλωσσοεκπαιδευτική πρόταση διεθνώς τις τελευταίες δεκαετίες. Πρόσφατα έχει υιοθετηθεί από τα νέα Προγράμματα Σπουδών Γλωσσικής Διδασκαλίας στην Ελλάδα και την Κύπρο.

Το Εργαστήριο Μελέτης της Γλώσσας και των Προγραμμάτων Γλωσσικής Διδασκαλίας του Παιδαγωγικού Τμήματος Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας οργανώνει διαδικτυακό

«Διά βίου» Πρόγραμμα ειδίκευσης με τίτλο:

Κριτικός Γραμματισμός με έμφαση στη Σύγχρονη Διδακτική Πράξη

διάρκειας 96 ωρών. Το Πρόγραμμα απευθύνεται σε εκπαιδευτικούς και στελέχη της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και πιο συγκεκριμένα σε:

  • Εκπαιδευτικούς της Πρωτοβάθμιας (νηπιαγωγούς και δασκάλους) και της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (όσους εμπλέκονται με τη διδασκαλία της γλώσσας)
  • Διευθυντές Σχολικών Μονάδων
  • Σχολικούς Συμβούλους
  • Άλλους ενδιαφερόμενους

Για αναλυτικές πληροφορίες μπορείτε να επισκεφτείτε τον διαδικτυακό τόπο: http://www.nured.uowm.gr/Kritikos_Grammatismos/Archike.html

ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΤΕ ΤΟ, ΓΙΑΤΙ ΠΟΛΛΟΙ ΜΟΥ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΝΤΑΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΤΟ ΜΑΘΑΙΝΟΥΝ ΕΓΚΑΙΡΩΣ

Posted in Γλωσσολογικά | Σχολιάστε

Από τη ζωή των Βλάχων, του Τάκη Γκαλαΐτση

Παρουσίαση του βιβλίου του Τάκη Γκαλαΐτση

Από τη ζωή των Βλάχων 

Εκδήλωση του Συλλόγου Βλάχων Βέροιας στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη της Βέροιας

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Η ομιλία μου στην εκδήλωση:

Κυρίες και κύριοι,

απόψε θα αρχίσω πιο αισιόδοξα από άλλες φορές που καλούμαι να μιλήσω για κάποιο βλαχολογικό θέμα· δε θα θα πω ότι: «ότι όπως έχει πολλές φορές μέχρι τώρα τονιστεί, με το τέλος του 20ού αιώνα λήγει ουσιαστικά ο ιστορικός ρόλος των Bλάχων ως ενός διακριτού τμήματος του ελληνισμού, του οποίου αποτελούν εκλεκτό κομμάτι». Κι ο λόγος είναι ο τόπος αυτός και οι άνθρωποί του. Παρακολουθώ χρόνια κι εκτιμώ την πολιτιστική δραστηριότητα των Βλάχων της Βέροιας, που αποτελούν ιδρυτικό μέλος και έναν από τους πιο δραστήριους συλλόγους της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων· ιδίως όμως παρακολουθώ τους ανθρώπους του που προσπαθούν να προσεγγίσουν και επιστημονικά κάποια ζητήματα που έχουν σχέση με την αυτογνωσία τους και επιλέγουν να αναδείξουν τις πολιτιστικές ιδιαιτερότητές τους μέσα στον ελληνικό κορμό.

Για τη ζωή και τις δραστηριότητες των Bλάχων, τα ήθη και τα έθιμά τους, τα τραγούδια και τους θρύλους τους, τις αγωνίες και τους αγώνες τους έχουν γραφεί πολλές χιλιάδες σελίδες, σε βαθμό που να μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι έχουν γραφεί σχεδόν τα πάντα γι’ αυτούς. Όποιος, λοιπόν, επιχειρεί να ξανακαταπιαστεί με το θέμα πρέπει πράγματι να έχει κάτι καινούργιο να πει ή να δει τα πράγματα από μιαν άλλη, νέα σκοπιά, ή να φέρει στο φως νέα στοιχεία, για να μην  ξεπέσει σε κοινοτοπίες και χιλιοειπωμένα πράγματα.

Τα βιβλία που γράφτηκαν για τους Βλάχους συχνά διακρίνονται για μιαν ελιτίστικη αυταρέσκεια να παρουσιάζουν τον συγκεκριμένο πληθυσμό με τον οποίο κάθε φορά καταπιάνονται σαν να ζει αποκομμένος από τις ευρύτερες περιοχές όπου δραστηριοποιείται. Δεν τον εντάσσουν χωρικά και χρονικά στο γενικό, με αποτέλεσμα να μη βοηθιέται ο αναγνώστης να ερμηνεύσει τα γεγονότα και τις πράξεις των ανθρώπων ενταγμένα μέσα στο συνολικό κάδρο, αλλά να του αφήνουν την εντύπωση ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι εντελώς ξεχωριστοί, ειδικών (και γονιδιακών καμιά φορά) προδιαγραφών, και έρχονται από έναν κόσμο του παραμυθιού και του μύθου χωρίς να ακουμπούν καθόλου στη γη.

Ένα δεύτερο στοιχείο που χαρακτηρίζει τα ιστορικού ενδιαφέροντος βιβλία ―και, για να είμαστε δίκαιοι, όχι μόνο όσα αφορούν τους Βλάχους, είναι ότι παρουσιάζουν ωραιοποιημένες υπερβολές για το ιστορικό (μας) παρελθόν, το οποίο υποχρεωτικά πρέπει να είναι μόνο ένδοξο και τροπαιοφόρο. Πρέπει οι ποικιλώνυμοι εχθροί του έθνους, όσο πολυπληθείς και οργανωμένοι κι αν είναι, να υποχωρούν πάντα μπροστά στην εξυπνάδα και την παλικαριά λιγοστών μόνο αγωνιστών που τα βάζουν με τους πάντες παραβιάζοντας ακόμα και την κοινή λογική.

Συναφής προς αυτά είναι και η μονομερής αναφορά στους «επώνυμους θνητούς» και η παντελής σχεδόν απουσία πληροφοριών για τις συνθήκες διαβίωσης των ανθρώπων του λαού, γεγονός που δίνει μιαν ατελή ή στρεβλή αποτύπωση της ιστορικής αλήθειας. Οι πληροφορίες για τους «επώνυμους» είναι χωρίς αμφιβολία πολύ σημαντικές, αποτελούν όμως τη μια μόνο όψη της εικόνας της κοινωνίας. Η κοινωνική ζωή ενός τόπου επηρεάζεται εξίσου δραστικά κι από τον «ανώνυμο» λαό. Είναι οι άνθρωποι που με τον καθημερινό τους μόχθο δημιούργησαν τα έργα της ειρηνικής περιόδου και προκάλεσαν τις μεγάλες κοινωνικές ανατροπές που άλλαξαν τον ρου της ιστορίας της ανθρωπότητας.

Το βιβλίο για το οποίο κληθήκαμε να μιλήσουμε απόψε εδώ μαζί με τον φίλο και συνάδελφο Βασίλη Νιτσιάκο δεν έχει ―ευτυχώς― αυτά τα χαρακτηριστικά που περιέγραψα πιο πάνω. Είναι ένα βιβλίο το οποίο «πατάει στη γη», καταπιάνεται με πράγματα καθημερινά, αναφέρεται σε ανθρώπους που τους γνωρίζουμε και τους έχουμε κάπου συναντήσει, άλλοι απ’ αυτούς διακεκριμένοι στον χώρο τους κι άλλοι «της διπλανής μας πόρτας». Τον συγγραφέα του, τον Τάκη Γκαλαΐτση, φιλόλογο, χρόνια πρόεδρο του Συλλόγου Βλάχων Βέροιας και από τα πιο ενεργά μέλη της βλάχικης πολιτιστικής κοινότητας της χώρας μας, τον ξέρετε εσείς καλύτερα από μένα και θα αποφύγω να σας τον παρουσιάσω. Θα χρησιμοποιήσω τον χρόνο μου, για να σας μιλήσω για το πώς διάβασα εγώ το βιβλίο του «Από τη ζωή των Βλάχων».

Κι επειδή «αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις», θα σταθώ πρώτα στον τίτλο του βιβλίου: «Από τη ζωή των Βλάχων». Ο τίτλος αυτός δεν προδιαθέτει τον αναγνώστη να διαβάσει ένα βιβλίο με τα χαρακτηριστικά που ανέφερα πιο πάνω ―κυρίως με αυτό που ονόμασα «ωραιοποιημένες υπερβολές». Πράγματι, με κέντρο ―όπως είναι φυσικό άλλωστε― τη Βέροια και τα βλαχοχώρια της, το Σέλι, το Ξηρολίβαδο, την Κουμαριά, και άλλα γύρω από το Βέρμιο, ο αναγνώστης διαπιστώνει ότι ο συγγραφέας του βιβλίου επιχειρεί μια συνολική παρουσίαση των Βλάχων του ελληνικού χώρου και της ζωής τους με δύο τρόπους, ανάμεσα στους οποίους προσπαθεί να ισορροπήσει: με τον λόγο του και με την εικόνα. Ο λόγος του Τάκη Γκαλαΐτση είναι λιτός· δε χρησιμοποιεί τα «κοσμητικά» λεγόμενα επίθετα, τα οποία καλύπτουν συχνά τη συγγραφική αδυναμία και την έλλειψη υλικού, αλλά μεταχειρίζεται κυρίως ουσιαστικά και ρήματα, που είναι τα πιο δραστικά στοιχεία του λόγου και αφήνουν τους χαρακτηρισμούς στον ίδιο τον αναγνώστη. Την έλλειψη επιθέτων έρχεται να αναπληρώσει με την «κοσμητική» συμπληρωματικότητά της η εικόνα. Κι εδώ το βιβλίο παίρνει να χαρακτηριστικά λευκώματος: πολύ πλούσιο το φωτογραφικό υλικό του βιβλίου· σίγουρα ο συγγραφέας του θα δυσκολεύτηκε πολύ να το συλλέξει, αλλά πολύ περισσότερο να επιλέξει εκείνο που θα δρούσε προσθετικά και τεκμηριωτικά στον λόγο του· και νομίζω ότι κατάφερε αυτή την ισορροπία.

Θα κλείσω την αναφορά μου στη γενική εικόνα του βιβλίου με μιαν ακόμα παρατήρηση. Ο συγγραφέας θέλει να δει ―και μαζί του και εμείς― τους Βλάχους μέσα στο γενικό κάδρο, της ελληνικής και της βαλκανικής ιστορίας. Οι Βλάχοι είναι κι αυτοί παιδιά της ιστορίας τους: είναι αυτοί που είναι, μιλάνε τη γλώσσα που μιλάνε, κατοικούν εκεί που τους βρίσκουμε σήμερα ή παλιότερα, επειδή αποτέλεσαν κομμάτι ενός ευρύτερου συνόλου, του ελληνισμού και των λαών της Βαλκανικής, και δε μπορούσαν παρά να ακολουθήσουν τις τύχες τους. Έτσι πολύ συχνά μέσα στο βιβλίο βλέπει κανείς ένα συνεχές δημιουργικό μπρος-πίσω από το τοπικό στον ευρύτερο χώρο, από το μερικό στο γενικό, που βοηθά τον αναγνώστη του να ερμηνεύσει καλύτερα τα γεγονότα και τις πράξεις των ανθρώπων. Τον μεταφέρει εκεί όπου διαδραματίζονται ευρύτερης σημασίας γεγονότα που επιδρούν και διαμορφώνουν το τοπικό δίνοντας πάντα την αίσθηση ότι οι Βλάχοι ―που είναι ασφαλώς στο κέντρο του ενδιαφέροντος του βιβλίου― είναι ταυτόχρονα και μια ψηφίδα της ευρύτερης βαλκανικής ―τουλάχιστον― ιστορίας.

Το βιβλίο, όπως υπόσχεται με τον τίτλο του, φιλοδοξεί μιαν ολιστική προσέγγιση των Βλάχων και θέλει να δώσει μια συνολική εικόνα γι’ αυτούς και τη ζωή τους ―παλιότερα αλλά και σήμερα. Κι αυτό το διαπιστώνει κανείς στον πίνακα των περιεχομένων του, όπου μπορεί να διακρίνει τρεις ενότητες θεμάτων: αυτά που αφορούν α) τα γενικά θέματα των Βλάχων, όπως η καταγωγή και η γλώσσα τους καθώς και πώς τους είδαν ξένοι κατά καιρούς περιηγητές, β) ειδικότερα θέματα κοινωνικού – λαογραφικού ενδιαφέροντος, όπως τα τραγούδια των Βλάχων, ο θεσμός της οικογένειας, η θέση της γυναίκας σ’ αυτήν και την ευρύτερη κοινωνία, η φορεσιά τους, τα βλάχικα επαγγέλματα, τα έθιμά τους —και ιδιαίτερα ο γάμος, και γ) ακόμα πιο ειδικά-τοπικά θέματα, όπως η αναφορά στα βλαχοχώρια του Βερμίου και πιο πολύ στους Βλάχους της Βέροιας και τη δραστηριότητα του Συλλόγου τους ―με μιαν έκδηλη πρόθεση καταγραφής ονομάτων, οικογενειών, και τόπων κατοικίας τους.

Για την οικονομία του χρόνου θα παραλείψω τα εντελώς τοπικά της Βέροιας, τα οποία εσείς ξέρετε καλύτερα από μένα, θα αφήσω για τον Βασίλη, ως καθηγητή Κοινωνικής Λαογραφίας, να μιλήσει για τη δεύτερη ενότητα των θεμάτων του βιβλίου και θα περιοριστώ σε μια όσο γίνεται σύντομη αναφορά στα περί της καταγωγής και της γλώσσας των Βλάχων.

Για να κατανοήσουμε το θέμα της καταγωγής των Βλάχων, πρέπει να αναζητήσουμε πληροφορίες σε παλιότερες εποχές και πηγές. Το 229 π.Χ. οι Ρωμαίοι νικούν τους Ιλλυριούς στον μεταξύ τους πόλεμο και μετατρέπουν τη χώρα τους σε ρωμαϊκή επαρχία. Η κύρια αιτία του πολέμου αυτού ήταν η επεκτατική πολιτική της Pώμης και η επιθυμία της να καταλάβει την Eλλάδα και τα μέρη της Aνατολής. Ακολούθησαν οι Μακεδονικοί Πόλεμοι· στο τέλος του Γ’ Μακεδονικού Πολέμου, το 168 π.Χ., υποτάσσεται η Mακεδονία και ολόκληρος ο ελληνικός χώρος, ο οποίος μετατρέπεται σε ορμητήριο για τις επεκτατικές επιχειρήσεις των Pωμαίων στη Bαλκανική και στην Aνατολή, επιχειρήσεις που ολοκληρώνονται το 106 μ.X., με την υποταγή της Δακίας, της σημερινής Pουμανίας.

Έχει ενδιαφέρον να δούμε τη γλωσσική κατάσταση που επικρατούσε εκείνη την εποχή στη Bαλκανική. Οι γλώσσες που κυριαρχούν είναι στα νότια η ελληνική, στα ανατολικά η θρακική και στα δυτικά η Iλλυρική. Ο ρωμαϊκός στρατός μεταφέρει μιαν ακόμη, την προφορική λαϊκή λατινική, η οποία ως γλώσσα του κατακτητή επικάθεται ως επίστρωμα στο παραπάνω ελληνικό, θρακικό και ιλλυρικό υπόστρωμα. Η θρακική και η ιλλυρική στα βόρεια της Βαλκανικής ως ασθενέστερες πολιτιστικά γλώσσες υποχωρούν και σχεδόν εξαφανίζονται και παραχωρούν την κυριαρχία στη λατινική γλώσσα· η ελληνική εξακολουθεί να κυριαρχεί στο νοτιότερο τμήμα της βαλκανικής χερσονήσου, μια γλωσσική κατάσταση που παραμένει σταθερή μέχρι την εμφάνιση των Σλάβων, τον 6ο-7ο αιώνα.

Τη διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνουν αρχαιολογικά ευρήματα και κυρίως λατινικές και ελληνικές επιγραφές, όπως πρώτος υποστήριξε ο τσέχος ιστορικός Konstantin Jireček, χαράζοντας την ομώνυμη γραμμή. Η γνωστή στη γλωσσολογία ως «γραμμή Jireček» ξεκινά από την Aυλώνα της Aλβανίας, περνάει από την Aχρίδα, τα Σκόπια, τη Σόφια και καταλήγει στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Στα βόρειά της υπερτερούν οι λατινικές επιγραφές ενώ στα νότιά της οι ελληνικές. Λόγω της υπεροχής της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού, η διείσδυση της λατινικής νότια της γραμμής Jireček υπήρξε πολύ μικρή ―με εξαίρεση τις λατινόφωνες νησίδες της κουτσοβλαχικής και τα αρκετά σημαντικά λατινικά δάνεια στην ελληνική και την αλβανική γλώσσα.

Με τον ερχομό των Σλάβων τον 6ο και 7ο αιώνα συμβαίνουν στη Βαλκανική τεράστιας έκτασης αλλαγές, οι οποίες εκτός των άλλων διαφοροποιούν και τον γλωσσικό της χάρτη: η λατινική γλώσσα υποχωρεί δραστικά και περιορίζεται στα βορειοανατολικά στη Δακία, τη σημερινή Ρουμανία, και σε λίγες λατινόφωνες νησίδες διάσπαρτες σε όλη τη χερσόνησο. Για τους τρεις επόμενους αιώνες δεν απαντάται στους ιστορικούς της εποχής καμία αναφορά στους Βλάχους· η πρώτη είναι το 976 μ.X. από τον βυζαντινό συγγραφέα Kεδρηνό, που αναφέρεται στο πολύ γνωστό γεγονός του φόνου του αδελφού του βούλγαρου τσάρου Σαμουήλ από Βλάχους οδίτες «παρά τας Καλάς Δρυς, μέσον Καστορίας και Πρέσπας». Στη συνέχεια και μέχρι τον 19ο αι. πληθαίνουν οι αναφορές και οι πληροφορίες για τους Bλάχους σε ιστορικούς και χρονογράφους, χωρίς να υπάρχει όμως ένα έργο αποκλειστικά αφιερωμένο σ’ αυτούς, γεγονός που μπορεί να ερμηνευτεί ότι οι Bλάχοι δεν αποτελούσαν ξένο σώμα μέσα στο βυζαντινό κράτος, για να προκαλέσουν το ενδιαφέρον των ιστορικών.

Ουσιαστικά τον 19ο αι. μετά και τη δημιουργία του ρουμανικού κράτους εμφανίζεται δυναμικά η συζήτηση για την καταγωγή και τη γλώσσα των Βλάχων, οπότε δε μπορεί παρά να το συνδέσει κανείς με την πολιτική ατμόσφαιρα και τα διεκδικούμενα της εποχής: τα νεοσύστατα εθνικά βαλκανικά κράτη κάτω και από τις ποικίλες ξένες επιρροές διεκδικούν όσο γίνεται μεγαλύτερο μερίδιο από τον Μεγάλο Ασθενή, την καταρρέουσα οθωμανική αυτοκρατορία. Στη διεκδίκηση αυτή συμμετείχε ενεργά και η Ρουμανία επιστρατεύοντας κάθε όπλο ―ανάμεσά τους και την ιστορία. Έτσι, όπως είναι σε όλους εδώ μέσα γνωστό, το ζήτημα των Βλάχων ενεπλάκη στις πολιτικές αντιδικίες και η επιστήμη πολλές φορές κλήθηκε να υποταχθεί στην πολιτική σκοπιμότητα. Από τη στιγμή αυτή και μετά το θέμα της καταγωγής —και της γλώσσας— των Βλάχων βρίσκονται στο επίκεντρο της διαμάχης ρουμάνων, ελλήνων αλλά και ξένων μελετητών.

Για την οικονομία του χρόνου θα αποφύγω να αναφερθώ σε λεπτομέρειες, άλλωστε είναι πλέον εύκολα προσβάσιμες σε όποιον θέλει να τις αναζητήσει, θα επιχειρήσω όμως μια κατηγοριοποίηση των εκατέρωθεν επιχειρημάτων, για να καταλήξω σε ένα συμπέρασμα.

Mια ομάδα ελλήνων ιστορικών (Aραβαντινός, Παπαρηγόπουλος, Λάμπρος, Άμαντος, Kορδάτος και άλλοι), ακολουθώντας αβασάνιστα τις πληροφορίες των βυζαντινών χρονογράφων αποδέχονται την κάθοδο των Βλάχων από τα βόρεια και δεν αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο της αυτοχθονίας τους. Mια άλλη μερίδα (Kούμας, Xρυσοχόου, Nικολαΐδης, Kεραμόπουλος, Bακαλόπουλος), υποστηρίζει ότι οι Bλάχοι είναι εκλατινισμένοι αυτόχθονες πληθυσμοί της Mακεδονίας και της Hπείρου.

Και οι ρουμάνοι ιστοριογράφοι εμφανίζονται το ίδιο διχασμένοι: μια μερίδα τους (Ureche, Costin, Cantemir, Bratianu, κ.ά.) υποστηρίζει ότι οι Bλάχοι είναι Δακορουμάνοι ή εκρουμανισμένοι πληθυσμοί που κατοικούσαν εκατέρωθεν του Δούναβη, υπηρετώντας έτσι και τις επιθυμίες του Pουμανικού κράτους, το οποίο διεκδικούσε κάθε λατινόφωνο της Bαλκανικής ως ομοαίματο αδελφό των Pουμάνων· μια άλλη ομάδα μαζί και με αρκετούς ξένους αξιόλογους ερευνητές (Thunmann, Schafarik, Tomaschek, Skok, Jorga κ.λπ.) υποστηρίζει ότι οι λατινόφωνες ομάδες της Δαλματίας, της Eλλάδας, της Aλβανίας, της Σερβίας και της Bουλγαρίας συνδέονται μεταξύ τους μόνο γλωσσικά και είναι το αποτέλεσμα του εκλατινισμού αυτόχθονων πληθυσμών της Bαλκανικής.

Μια τρίτη ομάδα επιστημόνων (Papahagi, Capidan, Caragiu-Marioteanu, κ.λπ.) ―οι περισσότεροι ελληνοβλαχικής καταγωγής με σπουδές και σταδιοδρομία σε Πανεπιστήμια της Pουμανίας, προσπαθεί για ευνόητους λόγους να συμβιβάσει τα πράγματα, δεχόμενη και εκλατινισμό αυτοχθόνων πληθυσμών στην Ήπειρο και τη Mακεδονία αλλά και κάθοδο λατινοφώνων από τα βόρεια.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, αν θέλουμε να είμαστε έντιμοι απέναντι στην ιστορία και την αλήθεια, δε μπορούμε να ισχυριστούμε ότι έχουμε επαρκή ιστορικά στοιχεία, για να δώσουμε την οριστική απάντηση στο ερώτημα για την προέλευση των Bλάχων. Κι ο σοβαρότερος λόγος είναι ότι οι επιστημονικές δυνάμεις δεν μπόρεσαν τελικώς να κατισχύσουν των πολιτικών σκοπιμοτήτων. Αυτή είναι η άποψη που απορρέει και από το διάβασμα του αντίστοιχου κεφαλαίου του βιβλίου που απόψε παρουσιάζουμε ―για μην ξεχνάμε και τον λόγο της εδώ παρουσίας μας.

Όπως ανέμενα, ένα από το θέματα στα οποία ο συγγραφέας του βιβλίου αφιερώνει πολύ χώρο είναι αυτό της γλώσσας, της βλάχικης γλώσσας ―αλλιώς κουτσοβλαχικής. Και το ανέμενα, γιατί ξέρω πόσο ευαίσθητος στο θέμα αυτό είναι ο Τάκης Γκαλαΐτσης, καθώς παρακολουθώ χρόνια τον αγώνα και την αγωνία του για τη διατήρησή της βλέποντας κι εκείνος, όπως και όλοι μας, ότι περνάει την τελευταία φάση της ζωής της.

Η γλώσσα, χωρίς να είναι το μοναδικό ή το αποκλειστικό στοιχείο εθνικού αυτοπροσδιορισμού, όπως ατυχώς υποστηρίχθηκε παλιότερα ―με αποτέλεσμα την ενοχοποίησή της, είναι ένα στοιχείο αυτογνωσίας με το οποίο ο άνθρωπος απανταχού της γης είναι πάρα πολύ στενά δεμένος. Είναι ευχάριστο να ακούει κανείς ακόμα και την απλή προσφώνηση ή φράση στη γλώσσα του, στη μητρική του γλώσσα ή διάλεκτο, όσες γλώσσες ή/και διαλέκτους κι αν γνωρίζει και χρησιμοποιεί.

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Τι είναι αυτό που κάνει τη μητρική μας γλώσσα ή διάλεκτο να είναι το μόνο γλωσσικό ιδίωμα στον κόσμο στο οποίο αισθανόμαστε «σαν στο σπίτι μας», τι είναι αυτό που μας κάνει να έχουμε μόνο σ’ αυτό το ιδίωμα αυτό που ονομάζουμε «γλωσσικό αίσθημα»; Η απάντηση είναι πολύ απλή: είναι η γλώσσα ή το ιδίωμα της πρώτης μας αναπνοής ―αλλά και πριν απ’ αυτήν, είναι αυτή που «εθηλάσαμεν με το μητρικό γάλα», όπως υποστήριξε ο Αδαμάντιος Κοραής. Είναι αυτή στην οποία ακούσαμε το πρώτο νανούρισμα και ταχτάρισμα, αυτή που μας έρχεται αβίαστα στο στόμα για να φωνάξουμε: «Θεέ μου!», «Μάνα μου!», αυτή στην οποία τα μοιρολόγια έχουν το πραγματικό και πλήρες τους νόημα.

Και γιατί αυτό να μην είναι αυτονόητο για τον καθένα όπου γης; Την απάντηση στο ερώτημα αυτό θα τη δώσω με μια παρένθεση. Η Γενική Συνέλευση της UNESCO όρισε την 21η Φεβρουαρίου να γιορτάζεται ως Διεθνής Hμέρα Μητρικής Γλώσσας. Σκοπός αυτού του εορτασμού είναι η προώθηση της γλωσσικής πολυμορφίας και της πολύγλωσσης εκπαίδευσης καθώς και η διάσωση των λιγότερο ομιλουμένων γλωσσών. Έχει ενδιαφέρον να δούμε γιατί καθιερώθηκε αυτός ο εορτασμός, ουσιαστικά ως ημέρα μνήμης. Αφορμή στάθηκε η Σφαγή της Ντάκα στις 21 Φεβρουαρίου του 1952, όταν φοιτητές του Ανατολικού Πακιστάν, του σημερινού Μπανγκλαντές, ξεσηκώθηκαν, στα πλαίσια του «Γλωσσικού Κινήματος», για να εμποδίσουν την απαγόρευση της γλώσσας τους, της Μπενγκάλι, και την παράλληλη υποχρεωτική καθιέρωση ως επίσημης της γλώσσας του Πακιστάν, της Ουρντού. Η αστυνομία έπνιξε τη διαμαρτυρία τους στο αίμα και η ημέρα αυτή είναι και σήμερα επίσημη αργία στο Μπαγκλαντές ως «Ημέρα του Γλωσσικού Κινήματος».

Είναι εντυπωσιακό αλλά και εύκολα εξηγήσιμο γιατί κοντά σε όλα τα άλλα κινήματα που γνώρισε η ανθρωπότητα, εθνικά, λαϊκά, επαναστατικά, κοινωνικά, κ.λπ., παρατηρούνται και «γλωσσικά» κινήματα. Και είναι επίσης κατανοητό γιατί οι εκάστοτε εξουσίες επιδίωξαν μια πολιτική γλωσσικής ομοιομορφίας. Η Ελλάδα είναι από τις χώρες που έζησαν πολύ έντονα ένα τέτοιο γλωσσικό κίνημα: είναι το λεγόμενο «Γλωσσικό Ζήτημα», το οποίο αναδεικνύει εύγλωττα τη σημασία που αποδίδει ο άνθρωπος στη μητρική του γλώσσα ή διάλεκτο ή μορφή της ίδιας γλώσσας. Ο αγώνας των αντιμαχόμενων γλωσσικών πλευρών υπήρξε σκληρός και η σύγκρουση δεν αποσοβήθηκε ούτε με τις συμβιβαστικές προτάσεις του Κοραή. Υπήρξε μάλιστα και αιματοχυσία σε δύο περιπτώσεις: το 1901 με αφορμή τη μετάφραση των Ευαγγελίων στη δημοτική, τη μητρική γλώσσα του λαού της εποχής, και το 1903 για τη μετάφραση στη νεοελληνική γλώσσα της Ορέστειας του Αισχύλου. Με την έννοια λοιπόν αυτή η Ελλάδα έχει έναν ακόμη λόγο να τιμά την ημέρα της μητρικής γλώσσας, αφού ―πριν από το Μπαγκλαντές― δοκίμασε εμφύλιες διαμάχες και ταραχές για γλωσσικά ζητήματα. Κλείνω εδώ την παρένθεση.

Ποια είναι η γλώσσα, λοιπόν, η οποία διαφοροποιεί τους βλαχόφωνους από τους άλλους Έλληνες; Και πώς προήλθε; Και πού πρωτοεμφανίστηκε; Και ποιες οι σχέσεις της με την ελληνική και τις άλλες γλώσσες με τις οποίες ήρθε σε επαφή τους 13 περίπου αιώνες που μαρτυρείται η παρουσία της σ’ αυτόν εδώ τον τόπο και την ευρύτερη βαλκανική ενδοχώρα; Αυτά είναι κάποια από τα ερωτήματα στα οποία καλείται να απαντήσει η γλωσσολογική επιστήμη, χωρίς όμως για τους ίδιους λόγους που προανέφερα να μπορεί να υπερβεί κάποιες φορές τις πολιτικές σκοπιμότητες.

Προφανώς ούτε ο τόπος ούτε ο χρόνος μου επιτρέπουν να αναφερθώ σε όλα αυτά τα ζητήματα. Θα περιοριστώ σε επιλεκτικές αναφορές σε κάποια θέματα που νομίζω ότι ενδιαφέρουν τον καθένα μας εδώ μέσα και επανέρχονται συχνά στις συζητήσεις γύρω από τα βλάχικα.

Για να κατανοήσουμε πόσο φυσικό είναι νότια της γραμμής Jireček, σε μια περιοχή όπου κυριαρχεί η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισμός, να εμφανιστούν στην πορεία του χρόνου οι λατινόφωνες κουτσοβλαχικές νησίδες, πρέπει να αναλογιστούμε την κατάσταση της περιοχής αυτής εκείνα τα χρόνια. Μετά το 146 π.X., χρονιά ολοκληρωτικής κατάκτησης της Μακεδονίας, οι Pωμαίοι οργανώνουν διοικητικά και την Eλλάδα σύμφωνα με τα ρωμαϊκά πρότυπα: εγκαθιδρύουν τοπικές φρουρές, τα praesidia armata, για τη εξασφάλιση των συγκοινωνιών και τη δημόσια ασφάλεια· ανοίγουν δρόμους, όπως την Eγνατία, ιδρύουν αποικίες, όπως το Δίον και τους Φιλίππους, κ.λπ.· στρατολογούν και ντόπιους, Iλλυριούς, Θράκες, Έλληνες κ.λπ., μερικοί από τους οποίους μετά το Διάταγμα του Kαρακάλα το 212 μ.X. αναδεικνύονται στα υψηλότερα αξιώματα της Ρώμης, όπως οι αυτοκράτορες Διοκλητιανός και Mέγας Kωνσταντίνος, κ.λπ. Ένα γεγονός το οποίο ελάχιστα τονίζουμε στο πλαίσιο ενός ακατανόητου ελληνοκεντρισμού είναι ότι όλο αυτό το ετερόκλητο πλήθος που συγκροτούσε τον στρατό και τη διοίκηση είχε ως επίσημη γλώσσα του τη λατινική. O Mέγας Kωνσταντίνος, για παράδειγμα, στα λατινικά προσφωνεί την Α’ Οικουμενική Σύνοδο. Tην ίδια έντονη ρωμαϊκή παρουσία συναντούμε και σε άλλες περιοχές, στη Δαλματία, την Παννονία, τη Mοισία, τη Θράκη κ.λπ., γεγονός που επιβεβαιώνει την έντονη παντού παρουσία της λατινικής γλώσσας. Αυτή η παρουσία εξηγεί επιστημονικά αλλά και εντελώς λογικά την εκλατίνιση κυρίως ορεινών περιοχών, οι οποίες βρισκόταν μακριά από τα μεγάλα ελληνικά πολιτιστικά κέντρα, από τις δαλματικές ακτές ως τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Ίσως αυτή η πραγματικότητα να αποτελεί ένα ακόμα ισχυρό επιχείρημα υπέρ της αυτοχθονίας των απανταχού της Βαλκανικής λατινόφωνων πληθυσμών απέναντι στον ισχυρισμό της καθόδου τους από τις παραδουνάβιες περιοχές.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες διαμορφώθηκε, λοιπόν, η Kουτσοβλαχική, η οποία είναι αδελφή γλώσσα με τη Pουμανική, την Iστρορουμανική και τη Mογλενίτικη, ως απόγονος κι αυτή της Bαλκανικής Λατινικής, και δεν αποτελεί θυγατέρα της Pουμανικής, όπως υποστήριξε ανεπιτυχώς η ρουμανική προπαγάνδα. Δυστυχώς στον ίδιο αυτό μύλο κουβαλάνε νερό και όλοι όσοι εξακολουθούν να επιμένουν να χαρακτηρίζουν τη βλάχικη γλώσσα διάλεκτο ή ιδίωμα. Και εξηγούμαι: Όσοι στο ερώτημα «τι είναι τα βλάχικα;» απαντούν καλοπροαίρετα «διάλεκτος» το κάνουν από άγνοια και φόβο. Η άγνοια έχει να κάνει με τα γλωσσολογικά κριτήρια διάκρισης γλωσσών, διαλέκτων και ιδιωμάτων. Ο φόβος τους εδράζεται στο ανιστόρητο επιχείρημα ότι, αν παραδεχτούν ότι τα βλάχικα είναι γλώσσα, τότε είναι σαν να παραδέχονται ότι όποιοι τα μιλούν ανήκουν σε μια διαφορετική εθνότητα. Ο φόβος τους όμως μετατρέπεται σε αδιέξοδο αν ερωτηθούν «και ποιας γλώσσας είναι διάλεκτος τα Bλάχικα;». Εδώ δεν μπορούν παρά να απαντήσουν «της ρουμανικής», αφού δεν υπάρχει άλλη γλώσσα της οποίας απόκλιση-διάλεκτος θα μπορούσαν να είναι τα βλάχικα. Η σωστή ―και επιστημονικά αλλά και ρεαλιστικά― απάντηση είναι ότι τα βλάχικα είναι μια νεολατινική αυτόνομη γλώσσα, ισότιμη με τη ρουμανική, την ιταλική, τη γαλλική κ.λπ., δεν είναι διάλεκτος της ρουμανικής αλλά είναι κόρη της λατινικής, όπως είναι και η ρουμανική, η ιταλική, η ισπανική κ.λπ. Η διαφορά της απ’ αυτές είναι ότι δεν χρησιμοποιείται ως επίσημη γλώσσα κάποιου κράτους και δεν έχει γραπτή παράδοση, όπως συμβαίνει άλλωστε με τις πέντε στις έξι γλώσσες σε όλο τον κόσμο. Αυτό δε σημαίνει κατανάγκην ότι οι Bλάχοι εθνολογικά είναι κάτι που σχετίζεται με τη γλώσσα που μιλάνε, αφού η γλώσσα δεν αποτελεί απαραίτητο και μοναδικό στοιχείο εθνικού προσδιορισμού, όπως π.χ. οι Mεξικανοί δεν είναι Iσπανοί, αν και μιλούν ισπανικά, ούτε κάποιοι Aφρικανοί είναι Γάλλοι, επειδή είναι γαλλόφωνοι.

Και καθώς όλες οι γλώσσες του κόσμου αποτελούν προϊόν γλωσσικών σχέσεων και αλληλεπιδράσεων, αφού κανένας δε ζει και δεν αναπτύσσεται ερήμην των άλλων ―και δη των γειτόνων του, η κουτσοβλαχική γλώσσα δέχτηκε τις πιο πολλές επιδράσεις της από την ελληνική, με την οποία είχε τις πιο στενές σχέσεις λόγω γεωγραφικής γειτνίασης και από την οποία είναι σαφώς λιγότερο καλλιεργημένη. Δέχτηκε απ’ αυτήν και λεξιλογικές αλλά και φωνολογικές επιδράσεις πολύ περισσότερες και ισχυρότερες παρά από οποιαδήποτε άλλη βαλκανική γλώσσα. Oι γλωσσικές αυτές σχέσεις ελληνικής και κουτσοβλαχικής τα τελευταία χρόνια υπήρξαν επιτέλους αντικείμενο σοβαρής μελέτης και από την ελληνική γλωσσική επιστήμη. Αν ήταν απόψε εδώ ο καθηγητής Νίκος Κατσάνης, του οποίου τον χαιρετισμό επ’ ευκαιρία σας μεταφέρω, θα μπορούσε να σας απαριθμήσει πάμπολλες τέτοιες επιδράσεις σε όλα τα γλωσσικά επίπεδα, πραγματικότητα η οποία συνηγορεί υπέρ της εντοπιότητας των Βλάχων στην περιοχή.

Γι’ αυτή τη γλώσσα, λοιπόν, που χαρακτηρίζει την πληθυσμιακή ομάδα για την οποία μιλάμε, ο Τάκης Γκαλαΐτσης αφιερώνει πάνω από 80 σελίδες  του βιβλίου του, για να αποθησαυρίσει εκεί ―μετά από μια σύντομη αναφορά στη γένεση και τα χαρακτηριστικά της― ό,τι πολύτιμο κουβαλά κάθε γλώσσα και την καθιστά αναντικατάστατο όργανο επικοινωνίας και αυτογνωσίας. Στις σελίδες αυτές συγκεντρώνει ο συγγραφέας παροιμίες και παροιμιακές εκφράσεις, παραμύθια, παιχνίδια, αινίγματα, γλωσσοδέτες, τραγούδια, ευχές, κατάρες, απειλές, βρισιές, όρκους, χαιρετισμούς, προσφωνήσεις, ξόρκια, όλα τους λαϊκά στοιχεία τα οποία διασώζουν τις γνησιότερες γλωσσικές δομές αλλά και αναδεικνύουν ανάγλυφα το πνεύμα του λαού που τα δημιούργησε. Το κεφάλαιο συμπληρώνεται από την παράθεση των γραμματικών της κουτσοβλαχικής και κλείνει με την αναφορά στο 2001, το οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση ανακήρυξε «Ευρωπαϊκό Έτος Γλωσσών» και με την ευκαιρία αυτή ο συγγραφέας αναφέρεται στο παρόν της βλάχικης γλώσσας και διατυπώνει την αγωνία του για το μέλλον της. Παράλληλα αναφέρεται και σε όλες τις ανιστόρητες δυσανεξίες της ελληνικής κοινωνίας και διοίκησης γύρω από τα θέματα της γλωσσικής ποικιλίας και της ετερότητας.

Κυρίες και κύριοι,

αντί δικού μου επιλόγου δανείζομαι και προσυπογράφω ένα απόσπασμα από το κεφάλαιο που αφορά τη βλάχικη γλώσσα, του βιβλίου που παρουσιάζουμε απόψε· και θα αφήσω τα σχόλια σε σας: «Όταν μια γλώσσα εξαφανίζεται, όλοι χάνουμε ένα μέσο επικοινωνίας, έναν τρόπο να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλο. Όλες οι γλώσσες έχουν την ίδια αξία και χρειάζονται ίδια υποστήριξη. Πάντως σε κάθε περίπτωση, ακλόνητη είναι η πεποίθηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ότι η προστασία και η ενίσχυση των γλωσσών αυτών δε θα πρέπει να δημιουργήσει νέα όρια μεταξύ των Ευρωπαίων, αλλά θα πρέπει να τους βοηθήσει να βρουν μέσα από την πολυμορφία τα κλειδιά για την αμοιβαία κατανόησή τους».

Σας ευχαριστώ

Posted in Βιβλιοπαρουσιάσεις, Βλαχολογικά | Σχολιάστε

Ο γλωσσικός πλούτος της περιοχής Κοζάνης-Γρεβενών

Στην Κοζάνη στις 26 Ιανουαρίου 2014 διοργανώθηκε από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Κοζάνης «Ου λάκκους τ’ Μάγγαν’» εκδήλωση για τις γλώσσες και τα ιδιώματα της περιοχής Κοζάνης – Γρεβενών με τίτλο: «Το Πανηγύρι των γλωσσών».

Η αφίσα της εκδήλωσης:

Σχετικοί σύνδεσμοι με υλικό της εκδήλωσης:

http://www.youtube.com/watch?v=4VP616uyz64

http://www.youtube.com/watch?v=lRpAwhaXAQE

Φωτογραφίες

Η ομιλία μου στην εκδήλωση, και

Οι διαφάνειες που συνόδεψαν την ομιλία

Posted in Γλωσσολογικά | Σχολιάστε

Μνήμη Μίμη Σουλιώτη (Φλώρινα, 8 Ιουνίου 2013)

 

Αγαπητοί προσκεκλημένοι,

το Τμήμα Νηπιαγωγών τιμά σήμερα τον καθηγητή Νεοελληνικής Φιλολογίας και ποιητή Μίμη Σουλιώτη,

το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής τιμά τον εμπνευστή του, το ΠΜΣ που έκανε γνωστό το Τμήμα μας όσο λίγες δράσεις του στο Πανελληνιο και οι φοιτητές του τιμούν τον πνευματικό τους πατέρα και καθοδηγητή στις δημιουργικές τους αναζητήσεις,

εμείς οι φίλοι και συνάδελφοι του τιμούμε έναν ειλικρινή και σπουδαίο φίλο, με τον οποίο μοιραστήκαμε αγώνες και αγωνίες για το μέλλον αυτού του Τμήματος και του Πανεπιστημίου.

Για την ποιητική προσωπικότητα του Μίμη Σουλιώτη υπάρχουν αρμοδιοτεροι και καταλληλότεροι από μένα να μιλήσουν.

Εγώ θα ήθελα να επαναλάβω λίγα από όσα είπα στον επικήδειο έπαινό μου για τον συνάδελφο, φίλο και καθηγητή Μίμη Σουλιώτη.

Στο Πανεπιστήμιό μας ―εκτός από καθηγητής ελληνικής φιλολογίας― υπηρέτησε με ευαισθησία αλλά και με γνώση και αποτελεσματικότητα ως Κοσμήτορας της Παιδαγωγικής Σχολής, ως Πρόεδρος του Τμήματος Βαλκανικών Σπουδών και ως Αναπληρωτής Πρόεδρος στο Τμήμα Νηπιαγωγών και το Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών ―άλλη μια μεγάλη του αγάπη, έγνοια και καμάρι.

Υπήρξε δραστήριο μέλος της μικρής ακαδημαϊκής μας κοινότητας φροντίζοντας να αφήνει παντού τα σημάδια της καθημερινής παρουσίας του αλλά και ως μέλος επιστημονικών εργαστηρίων που λειτουργούν στην Παιδαγωγική Σχολή· κυρίως όμως ως υπεύθυνος για το «Βιβλιολογείον», έναν θεσμό για το βιβλίο που τον εμπνεύστηκε και τον υπηρέτησε με απαράμιλλο ζήλο: διοργάνωσε εκεί επιμορφωτικές συναντήσεις για το βιβλίο, συνέδρια, επιμελήθηκε εκδόσεις, έστησε εργαστήριο παραδοσιακής βιβλιοδεσίας και ευτύχησε να χαρεί να δουλεύει το παραδοσιακό τυπογραφείο, το οποίο σχεδίασε και φρόντισε για το στήσιμό του με εφηβικό ενθουσιασμό.

Εκείνο όμως που πρέπει να πιστωθεί ακέραιο στον Μίμη Σουλιώτη είναι η σύλληψη και υλοποίηση του πρώτου και μοναδικού για την ώρα στη χώρα μας Μεταπτυχιακού Προγράμματος Δημιουργικής Γραφής. Υπήρξε γι’ αυτόν όνειρο ζωής, που το πραγματοποίησε αξιοποιώντας την αναγνωρισιμότητα και αποδοχή του στον χώρο της λογοτεχνίας στη χώρα μας και μετακαλώντας για διδασκαλία τα μεγαλύτερα ονόματα στον τομέα της λογοτεχνικής, της καλλιτεχνικής παραγωγής αλλά και της φιλολογίας. Είχα την τύχη να μοιραστώ μαζί του πολλές ώρες συζητήσεων για την εδραίωση και ενδυνάμωση του Μεταπτυχιακού αυτού και να δω από κοντά τον αγώνα και την αγωνία του να το πετύχει.

Ο δημοσιολόγος Μίμης Σουλιώτης ήταν τα τελευταία χρόνια τακτικός αρθρογράφος τοπικών αλλά κυρίως πανελλήνιας κυκλοφορίας εντύπων, υπήρξε δε και εκδότης τοπικής εφημερίδας στη Φλώρινα. Υπερασπιζόταν πάντοτε με μαχητικότητα και επιχειρήματα τη γνώμη του και δε δίσταζε να γίνεται δυσάρεστος, όταν έκρινε ότι έπρεπε να υπερασπιστεί τις θέσεις του.

Ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ποίησης αλλά και της προσωπικότητάς του, το οποίο αναδεικνύεται εύκολα από τα γραφόμενά του αλλά το απολάμβανε κανείς κυρίως στη συναναστροφή μαζί του, ήταν η περιπαικτική του διάθεση, η ειρωνεία και ο αυτοσαρκασμός παράλληλα με μιαν οξύτατη και διεισδυτική ματιά στα γεγονότα και τα πρόσωπα. Δεν άφηνε να περάσει τίποτα ασχολίαστο. Ο άριστος χειρισμός του προφορικού αλλά κυρίως του γραπτού του λόγου, το ερωτικό σχεδόν παιχνίδι με τις λέξεις και τα νοήματα έδιναν μιαν απαράμιλλη γοητεία στο γράψιμο και την ομιλία του. 

Και η παρέα μαζί του ήταν συναρπαστική· είχε διάθεση για ζωή, για γλέντι, για τραγούδι, διέθετε ακατάλυτο χιούμορ. Είχα την τύχη να μοιραστώ πολλές τέτοιες στιγμές μαζί του κάνοντας «ορειβασία», όπως αστειευόμενος έλεγε τον συχνό μας περίπατο γύρω από την Πανεπιστημιούπολη, διασκεδάζοντας και χορεύοντας στις αξέχαστες εκείνες εκλεκτικές συναθροίσεις στα «Σκορδοκαΐλεια» και στο γλωσσολογικοφιλολογικό ξεφάντωμα στο ρακοκάζανο του Αετού τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια.

Ο Μίμης μάς λείπει. 

Λείπει στους φίλους και συναδέλφους του στο Τμημα Νηπιαγωγών και στο Πανεπιστήμιο, με τους οποίους είχε μιαν ιδιαίτερη και διακριτική σχέση, συμβουλεύοντας αλλά και κρίνοντας, στηρίζοντας και πάντα ενθαρρύνοντας τους νεότερους. Μας λείπουν οι εύστοχες και τεκμηριωμένες παρεμβάσεις του στις γενικές μας συνελεύσεις. Εμένα μου λείπει η ζωντανή του παρουσία στο Τμήμα και οι καθημερινές μας συναντήσεις για σχολιασμό του σήμερα και σχεδιασμό για το αύριο.

Λείπει στους φοιτητές του και πιο πολύ στους μεταπτυχιακούς της «Δημιουργικής Γραφής», οι οποίοι έχασαν τον Δάσκαλο και τον εμπνευστή τους. 

Λείπει από τα λογοτεχνικά και φιλολογικά μας πράγματα, όπου είχε πολλά ακόμα να δώσει. Δεν ήταν η ώρα του να φύγει τόσο νωρίς. 

Λείπει από τα δημόσια πράγματα ο αιχμηρός πολιτικός του λόγος.

Οσοι μείναμε πίσω θα προσπαθήσουμε να συνεχίσουμε την πορεία…

Θα τον θυμόμαστε με αγάπη!

Σας ευχαριστώ που ανταποκριθήκατε στην πρόσκλησή μας να τον τιμήσουμε εδώ απόψε. 

Posted in Ομιλίες | Σχολιάστε